Λίγες μέρες έπειτα απ’ την ανακοίνωση της μεταγραφής του Ζέκα στην Κοπεγχάγη και την αποχώρηση του 29χρονου άσσου απ’ το πράσινο “στρατόπεδο”, ο Απόστολος Μιχαηλίδης επιλέγει να σκιαγραφήσει το συγκεκριμένο ποδοσφαιριστή καταγράφοντας τα υπέρ, αλλά και τα κατά του, έτσι ώστε να προσπαθήσει να “ερμηνεύσει” το φαινόμενο αυτού του παίκτη, που τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την τρέχουσα δεκαετία στο Ελληνικό ποδόσφαιρο, αγαπήθηκε, αλλά και κατακρίθηκε όσο λίγοι.

Γεννήθηκε στην Πορτογαλία στις 31 Αυγούστου του 1988. Με ύψος 1.80 είναι μέσος και η πρώτη ομάδα που άνοιξε τον επαγγελματικό του βίο ήταν η Κόζα Πία ΑΚ, με την οποία εντός τρίχρονης παρουσίας (2007-2010) έκανε 46 εμφανίσεις, ενώ πέτυχε και 5 γκολ, ωστόσο γρήγορα ήρθε το βήμα παραπάνω με αποτέλεσμα την αγωνιστική περίοδο 2010-2011 να “μετακομίσει” στην Βιτόρια Σετούμπαλ που φόρεσε 26 φορές την φανέλα της χωρίς να πετύχει κάποιο τέρμα.

Στις 29 Ιουλίου 2011 η επιθυμία του τότε coach του τριφυλλιού, Ζεσουάλδο Φερέιρα, ο οποίος ήθελε επιτακτικά στην ομάδα τον Ζέκα, αναγνωρίζοντας σαφώς την αξία του, έγινε πραγματικότητα με την Σετουμπάλ να βάζει στο ταμείο της 380.000 ευρώ κατόπιν της μετακίνησης του παίκτη στην Ελληνική ομάδα.

Από κει και πέρα, έχω την αίσθηση πως λίγο ως πολύ το τι επακολούθησε με τον συγκεκριμένο ποδοσφαιριστή είναι γνωστό σε ευρεία πλαίσια.

Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει το πάθος του συγκεκριμένου παίκτη και το γεγονός πως ό,τι είχε το κατέθετε εντός του αγωνιστικού χώρου προκειμένου να συνδράμει κι αυτός τα δικά του “λιθαράκια” για την επίτευξη του καλύτερου δυνατού αποτελέσματος.

Στα ανασταλτικά του καθήκοντα ήταν ιδιαίτερα πετυχημένος, καθώς επίσης είχε και το πλεονέκτημα να μπορεί να κινείται άνευ της “στρογγυλής θεάς” ορθά κι αυτό είναι χάρισμα για τον οποιοδήποτε ποδοσφαιριστή.

Κακό τεχνίτη δεν μπορεί νομίζω κάποιος να τον χαρακτηρίσει, καθώς και τα κοντρόλ του ήταν αξιοπρεπή και οι πάσες του κλπ.

Παρόλο αυτά, δεν είναι ο παίκτης που μία ομάδα θα βασιστεί πάνω του για την δημιουργία παιχνιδιού, καθώς έχει περισσότερο τα χαρακτηριστικά ενός ακούραστου “στρατιώτη”, παρά σίγουρα ενός ποδοσφαιριστή, ο οποίος θα ηγηθεί του συνόλου οδηγώντας την ομάδα με τις ενέργειές του προς την επιτυχία.

Ο μόνος τίτλος εντός αυτών των 7 ετών που κατόρθωσε να προσθέσει στο παλμαρέ του είναι το Κύπελλο της σεζόν 2013-2014 (σκορ τελικού ΠΑΟ-ΠΑΟΚ: 4-1 υπέρ του τριφυλλιού), ενώ από κει και πέρα αναδείχθηκε τρεις χρονιές (2011-12, 2013-14, 2014-15) δευτεραθλητής στο πρωτάθλημα Ελλάδος.

Ένα απ’ τα πλέον πολύτιμα αγαθά που κέρδισε ο Ζέκα κατά την διάρκεια της παραμονής του στον Παναθηναϊκό είναι η “βάφτισή” του ως Έλληνα, ενώ κατόπιν η κλήση του στο αντιπροσωπευτικό μας συγκρότημα με τον Γερμανό προπονητή της Εθνικής μας, Μίχαελ Σκίμπε, να βλέπει στο πρόσωπο του Κάρλος ένα ικανό στέλεχος προκειμένου να πλαισιώσει τους υπολοίπους παίκτες στην προσπάθεια πρόκρισης της ομάδας στην τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου που θα διεξαχθεί το 2018 στα γήπεδα της Ρωσίας.

Από κει και πέρα λίγο καιρό πριν ο Παναθηναϊκός επέλεξε την παραχώρηση του ποδοσφαιριστή στην Δανέζικη, Κοπεγχάγη με αποτέλεσμα να εισέλθουν κάποια λεφτά στο ταμείο, έτσι ώστε φροντίσουν οι ιθύνοντες του συλλόγου την αξιοποίησή τους κατά το δοκούν και κάπως έτσι η ιστορία μεταξύ Ζέκα και Παναθηναϊκού έριξε αυλαία, αφήνοντας κατά την προσωπική μου εκτίμηση μία γλυκιά “γεύση” σε αμφοτέρους,  αφού τόσο οι πράσινοι, όσο και ο ίδιος ο ποδοσφαιριστής απ’ αυτή την συνεργασία βγήκαν ωφελημένοι. Κι ακόμα και αν τελείωσε η κοινή τους πορεία, αυτό δεν είναι απαραίτητα κάτι αρνητικό, αφού σε τούτο τον κόσμο όλα σε κάποια στιγμή έχουν και τη λήξη τους, αλλά το θέμα είναι το τι αφήνουν πίσω τους…

 

Βρείτε τον συντάκτη στο facebook: Apostolhs Adiorthwtos