Γράφει ο Βασίλης Ντούτσης. Άν κάποτε ο ιστορικός του μέλλοντος, κληθεί να ορίσει ποιός παίκτης ήταν εκείνος, που πήρε το μαγικό ραβδάκι και μεταμόρφωσε τον Παναθηναικό, από μια πολύ καλή ομάδα στην απόλυτη win ομάδα του ευρωπαικού μπάσκετ, δεν θα δυσκολευτεί να διαλέξει.

Αυτός είναι ένας Σέρβος μποέμ τύπος, που αφίχθει στην χώρα μας το 1998 και λεγόταν Ντέγιαν Μποντίρογκα. Ο Ντέγιαν γεννήθηκε στην πόλη Ζντρένιαν της Σερβίας στις 2 Μαρτίου του 1973, άρα σε λίγες μέρες κλείνει 44 του χρόνια. Η πρώτη μας πάντως επαφή με τον Ντέγιαν, έγινε το πολύ μακρυνό 1991, όταν μαινόταν ο εμφύλιος στην Γιουγκοσλαβία και σε ηλικία 18 ετών, ήρθε κατατρεγμένος για λίγο στην Ελλάδα και την Άεκ αλλά τελικά η Ένωση δεν μπόρεσε να τον ελληνοποιήσει και πήρε το δρόμο για την Ιταλία και την Στεφανέλ. Έπαιξε ακόμα δύο χρόνια στην Ρεάλ του Ομπράντοβιτς από το 1996 έως το 1998 και το καλοκαίρι εκείνης της χρονιάς ήρθε στην Ελλάδα για λογαριασμό του Παναθηναικού.

Το καλοκαίρι εκείνο ο Παναθηναικός είναι ήδη μετά από 14 χρόνια πρωταθλητής Ελλάδος και βλέπει στο πρόσωπο του Ντέγιαν τον νέο του ηγέτη. Η χρονιά εκέινη μπορεί στην Ευρώπη να μην επίδειξε κάτι αξιοπρόσεχτο, αλλά στην Ελλάδα η χρονιά αυτή θα κλείσει ονειρεμένα, καθώς με μια ονειρική παράσταση στον τελευταίο τελικό του πρωταθλήματος, που γίνεται στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας, αφού ο Πάο έχει μειονέκτημα έδρας, θα κλέισουν μια και καλή, το σπίτι του αιωνίου και θα πάρουν το δεύτερο συνεχόμενο πρωτάθλημα. Αυτό ήταν. Ο Παναθηναικός χάρη στον Ντέγιαν θα αποκτήσει ατσάλινο χαρακτήρα και πνεύμα νικητή γιατί αυτά τα δύο ήταν τα κύρια χαρακτηριστικά του ώς παίκτη. Ο Μποντίρογκα μπορεί τυπικά να ήταν σούτινγκ γκάρντ, αλλά είχε τέτοια προσόντα πού έπαιζε άνετα και τριάρι και πόιντ γκάρντ. Δεν νομίζω να ξαναυπάρξει Ευρωπαίος παίκτης, που στο 80% των αγώνων της καριέρας του, να είναι εκείνος, που τόσο μοναδικά έπαιρνε τις τελευταίες επιθέσεις της ομάδας του και σχεδόν πάντα τέλεια τις τελείωνε με τέτοια απίστευτη ευχέρεια.

Η άφιξη το καλοκαίρι του 1999 του Ζέλικο Ομπράντοβιτς και του διόσκουρου του στην εθνική ομάδα της Σερβίας Ζέλικο Ρέμπρατσα, βάζουν τις βάσεις της αυτοκρατορίας. Η πρώτη χρονιά φέρνει το ντάμπλ, αλλά την επόμενη σαιζόν έρχεται η δεύτερη κούπα του πρωταθλητή Ευρώπης. Στο φάιναλ φόρ της Πυλαίας, ο Μποντίρογκα κρατά μαεστρικά την μπαγκέτα του μαέστρου και κατευθύνει μαγευτικά τους συμπαίκτες του, και οδηγούν τον Παναθηναικό στην κορυφή της Ευρώπης σε έναν τελικό με μία από τις καλύτερες Μακάμπι όλων των εποχών. Αλλά εκεί που ο Μποντίρογκα ανέδειξε μοναδικά το απίστευτο ηγετικό ρόλο του, θα είναι στο φάιναλ φόρ της Μπολώνια το 2002. Εκεί ο Πάο πάει ώς το απόλυτο αουτσάιντερ και αφού στον ημιτελικό εξολοθρεύει με 28 πόντους και 9 ασσίστ την συνήθη ύποπτη Μακάμπι, στον τελικό δεν υπάρχει ουδείς που να έδινε τύχη στον Παναθηναικό. Κι όμως κόντρα στην ντρίμ-τίμ της εποχής και πρωταθλήτριας Ευρώπης Κίντερ Μπολώνια, των Τζινόμπιλι, Ριγκοντό και των άλλων αστέρων και μάλιστα μέσα στο ίδιο της το σπίτι, και αφού στις αρχές του δευτέρου ημιχρόνου χάνει με 23 πόντους διαφορά, θα γίνει το μεγαλύτερο θαύμα στην ιστορία των τελικών της Ευερωλίγκα.

Ο Ομπράντοβιτς μετατρέπει σε όλο το δεύτερο ημίχρονο τον Ντέκι σε πόιντ γκάρντ και εκείνος μοιράζει μοναδικά την μπάλα ή και αναλαμβάνει προσωπικά εκείνος να καθαρίσει τις επιθέσεις. Το θαύμα ολοκληρώνεται με το τελικό 89-83 και το τρίτο Ευρωπαικό έρχεται και πάλι στην Αθήνα. Δυστυχώς η χρονιά αυτή είναι και η τελευταία του Ντέγιαν στον Παναθηναικό και μάλιστα ολοκληρώνεται χωρίς εγχώριο τίτλο εξαιτίας του κυρίου Τόμιτς, ο οποίος βλέποντας τον Μποντίρογκα να ηγείται άλλης μιας ανατροπής μέσα στο ΣΕΦ, επιστρατεύει βρώμικα μέσα, που οδηγούν σε γενική σύρραξη και αποβολή του Ντέγιαν στον τελευταίο αγώνα της ημιτελικής φάσης της σειράς και στον αποκλεισμό του Πάο από τον τελικό. Οι εκδηλώσεις λατρείας των οπαδών του Πάο το καλοκαίρι έξω από το σπίτι του, τον καιρό των συζητήσεων με την διοίκηση, για το θέμα της ανανέωσης ή μή είναι κάτι το μοναδικό στα χρονικά του μπάσκετ. Αυτό φανερώνει το μοναδικό δέσιμο, που αναπτύχθηκε μεταξύ των οπαδών του Πάο με τον μεγάλο Μποντίρογκα.

Μιάς σχέσης πάθους και λατρείας, όχι άδικα γιατί ο κόσμος σ αυτές τις περιπτώσεις έχει αλάνθαστο κριτήριο, κι ο Ντέκι έπαιζε λές και γεννήθηκε με μία πράσινη φανέλα. Άλλωστε και ο ίδιος το έχει παραδεχτεί ότι ο Παναθηναικός είναι η ομάδα που αγάπησε και αγαπάει μοναδικά για πάντα. Προσωπικά για μένα είναι στην δεκάδα των μεγαλύτερων καλαθοσφαιριστών που φόρεσαν την φανέλα του Παναθηναικού. Ήταν θα λέγαμε, άν με όρους ευαγγελίου και άς μας συγχωρήσουν οι θρησκευόμενοι, άν ο Διαμαντίδης ήταν ο Ιησούς Χριστός του μπασκετικού Παναθηναικού, ο Μποντίρογκα ήταν ο Ιωάννης ο Βαπτιστής. Ένας προφήτης που προηγήθηκε του θαύματος!