Ο Παναθηναϊκός έχασε μια ακόμα χρυσή ευκαιρία φέτος στη σεζόν να πάρει το ματς στο ΣΕΦ κόντρα στον Ολυμπιακό. Μια ευκαιρία που θα του έδινε τεράστιο προβάδισμα για τη συνέχεια, καθώς εκτός από το 2-1 θα είχε και πλεονέκτημα έδρας για να στεφθεί πρωταθλητής. Ο Δημήτρης Δημόπουλος αναλύει στο Prasinoforos.gr το παιχνίδι των δύο «αιωνίων» στο Φάληρο.

Οι φετινοί τελικοί μπορούμε να πούμε με μεγάλη βεβαιότητα ότι δεν μας προσφέρουν πλούσιο μπασκετικό θέαμα. Είναι κλειστά παιχνίδια με χαμηλά σκορ και μπάσκετ κυρίως προσανατολισμένο στην άμυνα. Κάτι τέτοιο όμως μικρή σημασία έχει για τους οπαδούς των δύο ομάδων, οι οποίοι επιθυμούν με οποιονδήποτε τρόπο (θεαματικό και μη) να κερδίσει η ομάδα τους το πρωτάθλημα. Αγωνιστικά έχουν γίνει πολλά σε τρία παιχνίδια. Η σειρά βρίσκεται τη δεδομένη χρονική στιγμή στο 2-1 υπέρ του Ολυμπιακού, με τον Παναθηναϊκό να έχει χάσει ισάριθμες ευκαιρίες στο Φάληρο να φύγει με «break» από την έδρα του αντιπάλου του. Ενός αντιπάλου που δεν είναι πολύ ανώτερος του και άτρωτος στην έδρα του. Ενός όμως αντιπάλου που αγωνίζεται πιο οργανωμένα σε ορισμένες στιγμές του αγώνα.

Ο Παναθηναϊκός κατέβηκε στο ΣΕΦ με μοναδικό σκοπό το «break». Μετά την αντίδραση που είχε, ισοφαρίζοντας τη σειρά σε 1-1, ήθελε να αποκτήσει εκείνος το πλεονέκτημα και να φτάσει ένα βήμα πριν από την κατάκτηση του τίτλου. Αγωνιστικά το παιχνίδι δεν διεκδίκησε δάφνες ποιότητας. Κακό ματς αλλά αυτό σε τελικούς έχει πολύ μικρή σημασία. Από εκεί και πέρα μεγάλο θέμα έχει ανοίξει από το τέλος του παιχνιδιού κι έπειτα για την διαιτησία και την ήττα του Παναθηναϊκού εξαιτίας αυτής. Η διαιτησία οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι δεν ήταν καλή. Και δεν ήταν καλή, διότι υπήρξαν λανθασμένες αποφάσεις που ήταν αρκετές. Όμως ήταν αποκλειστικά υπεύθυνη για την ήττα του Παναθηναϊκού στο ΣΕΦ;

Αγωνιστικά, ο Παναθηναϊκός ήταν διαβασμένος. Η ομάδα του Τσάβι Πασκουάλ ξεκίνησε αρκετά καλά το ματς και φαινόταν ότι μπορούσε να διεκδικήσει πράγματα. Γενικότερα η ομάδα δεν έπαιξε διαστημικό μπάσκετ, όμως έβρισκε λύσεις. Μάλιστα η ομάδα του Τσάβι Πασκουάλ έβρισκε διαφορές άνω των 5 πόντων, οι οποίες όμως δεν έμεναν σταθερές. Γενικότερα το επίτευγμα του Παναθηναϊκού ήταν ότι ποτέ δεν έχασε την επαφή του με το σκορ και ουσιαστικά δεν χρειάστηκε αντίδραση για επαναφορά στο ματς. Κάτι που έχει γίνει σε αντίστοιχα παιχνίδια, με ή χωρίς επιτυχία.

Ωστόσο το τριφύλλι κατάφερε να μην πάρει το ματς κι αυτό γιατί για μένα προσωπικά στην τέταρτη περίοδο, πάτησε το κουμπί της αυτοκαταστροφής. Οι «πράσινοι» δεν είναι λογικό να μιλούν μόνο για διαιτησία, δεν είναι λογικό να βλέπουν μόνο αυτό σαν λόγο της ήττας. Νομίζω ότι όσοι το κάνουν απλά εθελοτυφλούν. Ο Παναθηναϊκός στο τέταρτο δεκάλεπτο και συγκεκριμένα στο 5:41 προηγήθηκε με δέκα πόντους διαφορά (48-58) και στο καπάκι πήγε στον πάγκο από τάιμ άουτ του σαστισμένου Ολυμπιακού. Εκεί θεωρητικά όλος ο κόσμος σκέφτηκε ότι ο Πασκουάλ θα σχεδίαζε τρόπους με τους οποίους θα διαχειριστεί το σκορ και θα μπορέσει να μεταφέρει όλη την πίεση στο αντίπαλο στρατόπεδο για να πάρει το ματς. Κάτι τέτοιο ωστόσο δεν έγινε ποτέ κι αυτό διότι μετά το τάιμ άουτ, οι «πράσινοι» εμφανίστηκαν χωρίς ουσιαστική τακτική.

Η έναρξη από εκείνο το σημείο κι έπειτα ήταν καταστροφική για τον Παναθηναϊκό, ο οποίος είδε τον Ολυμπιακό σε δύο συνεχόμενες κατοχές (λιγότερο από ένα λεπτό) να πηγαίνει τη διαφορά στο -4. Δύο τρίποντα ήταν αρκετά για να οδηγήσουν τον Καταλανό τεχνικό και την ομάδα του να καθίσει πάνω σε αναμμένα κάρβουνα. Στις δύο συγκεκριμένες κατοχές του Ολυμπιακού ο Παναθηναϊκός έχει χειριστεί εντελώς λάθος την κατάσταση. Η λογική αναφέρει ότι με δέκα πόντους μπροστά, έχοντας το μομέντουμ του αγώνα κι έχοντας συνολικά δύο ομαδικά φάουλ, τότε θα σταματήσεις τον αντίπαλο, χρησιμοποιώντας σωστά τα φάουλ σου. Ο Παναθηναϊκός αντιθέτως στην πρώτη επίθεση, δέχεται τρίποντο από τον Μάντζαρη έπειτα από κακή περιστροφή Φελντέιν-Γκάμπριελ και από τον Σπανούλη έπειτα από καταπληκτικό σκριν του Μιλουτίνοφ πάνω στον Τζέιμς. Σε καμία στιγμή όμως τα φάουλ δεν χρησιμοποιήθηκαν.

Ο Ολυμπιακός είναι μια ομάδα που όταν βρίσκεται με την πλάτη στον τοίχο, ψάχνει λύσεις για να αντιδράσει και να αντεπιτεθεί. Ήταν δεδομένο ότι μετά το τάιμ άουτ του Σφαιρόπουλου θα έκανε αυτό. Η εντολή από τον πράσινο πάγκο θα έπρεπε να ήταν η αποτροπή αυτού του γεγονότος. Κι όμως οι παίχτες του Παναθηναϊκού δέχθηκαν τα δύο τρίποντα και θόλωσαν. Εκεί ήταν η στιγμή που ο καθένας (Παναθηναϊκός και μη), πίστεψε ότι το ματς μπορεί να γυρίσει. Το γιατί; Φυσικά πολύ απλό. Ο Ολυμπιακός βρήκε το ξέσπασμα που έψαχνε και το πίστεψε. Κάτι που το δείχνουν και οι μετέπειτα επιθέσεις που πραγματοποίησαν οι δύο ομάδες.

Απολογισμός επιθέσεων από το 48-58 και μετά

Παναθηναϊκός: Έχοντας 11 κατοχές οι «πράσινοι» κατάφεραν να πετύχουν μόλις 4 πόντους με 2/6 σουτ, 0/2 βολές και 4 λάθη (βήματα Γκιστ, Σίνγκλετον, λάθος επιλογή Τζέιμς).

Ολυμπιακός: Την ίδια ώρα που οι γηπεδούχοι έβαλαν συνολικά 16 πόντους με 3/4 τρίποντα, 1/3 δίποντα, 5/6 βολές και 2 χαμένες μπάλες. Έτσι, ο Ολυμπιακός ήταν πιο ουσιαστικός στην κρίσιμη στιγμή και κατάφερε να γυρίσει τούμπα το ματς.

Από εκεί και πέρα όμως το θέμα δεν είναι μόνο ότι ο Παναθηναϊκός έχασε τους δέκα πόντους διαφορά, χωρίς να εκμεταλλευτεί τα φάουλ του. Όπως είδαμε παραπάνω η ομάδα του Τσάβι Πασκουάλ επιθετικά είχε βάλει μόνο τέσσερις πόντους. Ουσιαστικά, όταν επιθυμείς να κρατήσεις μια διαφορά, ψάχνεις και τρόπους για να το κάνεις σωστά και έξυπνα. Φυσικά εκτός από αυτό (κακή διαχείριση δηλαδή) ρόλο έπαιξαν κι ορισμένα άλλα στοιχεία στην εξέλιξη του παιχνιδιού που βοήθησαν στο να γίνει η ανατροπή από τους «ερυθρόλευκους». Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά.

Κακή διαχείριση από τους δέκα πόντους και μετά

Όπως αναφέραμε και παραπάνω, η ομάδα του Τσάβι Πασκουάλ δέχθηκε γρήγορα ένα σερί 6-0, χωρίς να αξιοποιήσει σωστά τα φάουλ που είχε να δώσει κι έτσι το +10 έγινε πολύ γρήγορα +4. Σε τέτοιες περιπτώσεις ο προπονητής μιας ομάδας οφείλει να επέμβει από τον πάγκο και να ψάξει λύσεις που θα κρατήσουν τη διαφορά στα μέτρα του. Ο Παναθηναϊκός είχε την ευκαιρία ακόμα και μετά την μείωση της διαφοράς να κρατήσει 7-8 πόντους αέρα. Όμως κάτι τέτοιο δεν έγινε ποτέ γιατί δεν λειτουργούσε σωστά σαν ομάδα. Αντίθετα ο Ολυμπιακός είχε ορθολογική ανάπτυξη (καλή κυκλοφορία), έψαχνε τα ελεύθερα σουτ, ενώ περνούσε την μπάλα στο low post ψάχνοντας τον Μιλουτίνοφ που είχε καθαρό πλεονέκτημα.

Πέρα από το αμυντικό κομμάτι, ρόλο παίζει και η επίθεση. Οι περισσότερες επιθέσεις του Παναθηναϊκού στο τελευταίο διάστημα του αγώνα δεν είχαν ξεκάθαρο σύστημα. Μάλιστα βασίζονταν κατά κύριο λόγο στις εμπνεύσεις του Μάικ Τζέιμς. Κι αν ο Αμερικανός ήταν ζεστός κι έβαλε μεγάλα σουτ, με τον τρόπο που έπαιζε (μη ορθολογικό) θα συνέχιζαν να μπαίνουν όλα; Προφανώς κάτι τέτοιο δεν γίνεται να συμβεί. Ο Παναθηναϊκός όφειλε σ’ εκείνο το σημείο να πάει σε σετ παιχνίδι και αργές επιθέσεις. Παράλληλα ο Τζέιμς για εκείνο το σημείο του ματς δεν ήταν ο καταλληλότερος. Ο Νίκος Παππάς με σωστή διαχείριση μπορούσε να προσφέρει ουσιαστικά στην άμυνα και στην επίθεση.

Αμυντικά ξέρουμε όλοι τα οφέλη που κερδίζει η ομάδα όταν είναι μέσα και στο +10 όταν θες να κρατήσεις διαφορά τον ρίχνεις στην μάχη. Επιθετικά θα έπρεπε να υπάρξει εντολή να πάει με διεισδύσεις προς το αντίπαλο καλάθι του Ολυμπιακού. Ένας μετρ του είδους σ’ αυτό, ο οποίος θα μπορούσε να κερδίσει είτε φάουλ, είτε καλάθι και φάουλ, είτε να σκοράρει, με αποτέλεσμα να διατηρούσε η ομάδα το μομέντουμ. Επιπλέον πλην του Παππά, θεωρώ ότι ο Φώτσης στο συγκεκριμένο σημείο του αγώνα ήταν ιδανικός να ριχτεί για 2-3 λεπτά στη μάχη. Έχοντας μέσα και τον Σίνγκλετον με έφεση στο μακρινό σουτ, ο Παναθηναϊκός θα μπορούσε κάλλιστα να ψάξει και να δημιουργήσει καταστάσεις ελεύθερων σουτ με αποδέχτες τους Φώτση (κρύο αίμα) και Σίνγκλετον (πιστός στα 6,75).

Ουσιαστικά μια πεντάδα με Καλάθη στο «1» για να κατεβάζει την μπάλα, Παππά στο «2» για τις διεισδύσεις (κερδισμένα φάουλ, εύκολα καλάθια), Ρίβερς στο «3» (απειλή απ’ όλες τις μεριές), Φώτση στο «4» (κρύο αίμα και σημαντικός για 2’) και Σίνγκλετον στο «5» (καλός σε άμυνα και επίθεση με έφεση και στο μακρινό σουτ), ο Παναθηναϊκός θα μπορούσε να διεκδικήσει πράγματα και να κρατήσει τη διαφορά που είχε. Όμως οι «πράσινοι» επέλεξαν να πάνε με τις ενέργειες του Τζέιμς που δεν ήταν οι καλύτερες δυνατές επιλογές αλλά και χωρίς την βοήθεια του Φώτση που έπαιξε νωρίτερα και δεν ξαναμπήκε στο παρκέ. Μάλιστα παρά το γεγονός ότι ο Παναθηναϊκός είχε χάσει το μομέντουμ και δεν φαινόταν ότι πατούσε γερά, μπορούσε να πάρει το παιχνίδι ακόμα και στην τελευταία επίθεση του ματς, καθώς ο Πρίντεζης είχε 1/2 βολές. Ωστόσο ούτε τότε το τριφύλλι που δεν ακολούθησε ποτέ το σύστημα του Πασκουάλ που εφάρμοσε στο πινακάκι του στο τάιμ άουτ δεν κατάφερε να σκοράρει και να πάρει αυτό που ήθελε.

Άλλοι παράγοντες που επηρέασαν για να έρθει η ήττα

Εκτός όμως από το κομμάτι της κακής διαχείρισης του παιχνιδιού, υπάρχουν ακόμα τέσσερα στοιχεία που έχουν επηρεάσει την εξέλιξη του παιχνιδιού και δεν έχουν να κάνουν με διαιτητικά λάθη και αποφάσεις.

Αρχικά θα διατρέξουμε στη στατιστική υπηρεσία που παίζει ρόλο και πολλές φορές λέει την αλήθεια. Ο Ολυμπιακός στο συγκεκριμένο ματς μετράει 11 ασίστ περισσότερες από τον Παναθηναϊκό. Συνολικά οι «ερυθρόλευκοι» έχουν μοιράσει 21 τελικές πάσες έναντι μόλις 10 των «πράσινων». Κάτι τέτοιο σημαίνει ότι οι πόντοι υπέρ του Ολυμπιακού στο συγκεκριμένο κομμάτι ήταν πολλοί περισσότεροι από του Παναθηναϊκού.

Από εκεί και πέρα η ομάδα του Σφαιρόπουλου υπερέχει στα επιθετικά και αμυντικά ριμπάουντ. Ακόμα ένα πολύ σημαντικό στοιχείο στο μπάσκετ. Από την μία πλευρά γιατί ανανεώνεις τις επιθέσεις σου έχοντας δεύτερες ευκαιρίες και από την άλλη γιατί δεν δίνεις τη δυνατότητα στον αντίπαλο να πάει σε επιθέσεις με δεύτερες ευκαιρίες. Τα συνολικά ριμπάουντ είναι 36-30 για τον Ολυμπιακό. Οι γηπεδούχοι μετρούν 27 αμυντικά και 9 επιθετικά. Από την άλλη πλευρά οι φιλοξενούμενοι μετρούν 24 αμυντικά και 6 επιθετικά.

Ακόμα ένα σημαντικό στοιχείο που έπαιξε ρόλο στην εξέλιξη του παιχνιδιού ήταν και ο τραυματισμός του Γιάννη Μπουρούση που τον έβγαλε νοκ άουτ από το ματς. Ο Παναθηναϊκός με την αποχώρηση του Έλληνα σέντερ έχασε πολλά στο παιχνίδι του. Αμυντικά δεν υπήρχε παίχτης να ματσάρει τον Μιλουτίνοφ που πολλές φορές βρέθηκε με κοντύτερο αντίπαλο στο ζωγραφιστό, ενώ επιθετικά ο Παναθηναϊκός σταμάτησε να έχει inside game. Παιχνίδι που μπορεί να παίξει και ο Γκιστ, ο οποίος όμως δεν τραβάει στους φετινούς τελικούς και είναι άλλος παίχτης.

Τέλος, με μια ματιά στα ποσοστά, μπορούμε να δούμε ότι αν ο Παναθηναϊκός σούταρε λίγο (όχι πολύ) καλύτερα, τότε θα είχε πάρει και το παιχνίδι από τον Ολυμπιακό. Οι «πράσινοι» σούταραν με 12-32 δίποντα, 9-27 τρίποντα, 11-17 βολές. Αντίθετα οι «ερυθρόλευκοι» σούταραν με 15-33 δίποντα, 7-23 τρίποντα, 13-22 βολές. Γενικότερα ο Παναθηναϊκός δεν έχασε από τη διαιτησία και μόνο το ματς. Έχει προχωρήσει σε δικά του λάθη, τα οποία του έχουν στοιχίσει και τα έχουμε αναλύσει παραπάνω. Όσο για την διαιτησία, σίγουρα μέχρι το 35’ της αναμέτρησης δεν έπαιξε κανένα ρόλο, όμως από εκεί και μετά έχει χάσει τον έλεγχο του αγώνα. Ορισμένες αποφάσεις ήταν σωστές κι άλλες όμως λάθος.

Πάντως χαρακτηριστικό είναι ότι σαν οπαδική νοοτροπία εμείς οι Έλληνες θα ψάξουμε πάντα την εύκολη λύση. Τι θέλω να πω; Ότι μέχρι και πριν την ανατροπή, οι οπαδοί του Ολυμπιακού έβραζαν για τη διαιτησία, ενώ αντίθετα οι οπαδοί του Παναθηναϊκού δεν ανέφεραν τίποτα. Μετά το τέλος του αγώνα όμως, οι οπαδοί του τριφυλλιού έβραζαν, ενώ οι οπαδοί των γηπεδούχων πανηγύριζαν! Καλό θα είναι να βλέπουμε σφαιρικά τις καταστάσεις και επιπλέον να ακούσουμε -όσοι δεν το έχουμε κάνει- τις δηλώσεις του Τσάβι Πασκουάλ, ο οποίος ανέλαβε και την ευθύνη της ήττας.

Leave a Reply

Your email address will not be published.