Αλβέρτης: «Αυτός ήταν ο λόγος που αποχώρησα από τον Παναθηναϊκό!»

Ο Φραγκίσκος Αλβέρτης, ένας ζωντανός θρύλος του Παναθηναϊκού και του Ελληνικού μπάσκετ, σε συνέντευξη που παραχώρησε μίλησε για όλους και για όλα και μεταξύ, άλλων για τον λόγο που αποχώρησε από τον Παναθηναϊκό.

Αναλυτικά τα όσα δήλωσε σε συνέντευξη του στο gazzetta.gr:

Το ταξίδι σου στον μπασκετικό κόσμο άρχισε στα μέσα της δεκαετίας του ’80. Τι θυμάσαι από εκείνα τα «αθώα» χρόνια;

«Ήταν το καλοκαίρι του 1986, όταν ήμουν 12 χρονών. Μαζί με άλλο έναν φίλο από την γειτονιά, γραφτήκαμε στον ΑΝΟΓ και ξεκινήσαμε τις πρώτες προπονήσεις. Την αμέσως επόμενη χρονιά ακολούθησε η έκρηξη με το Ευρωμπάσκετ, οπότε όλα τα παιδιά ξεχύθηκαν στους δρόμους, ψάχνοντας να βρουν μία μπασκέτα για να μιμηθούν τους “ήρωες” που έβλεπαν στην τηλεόραση. Λίγο αργότερα, στα 14-15, η ενασχόλησή μου άρχισε να γίνεται πιο σοβαρή… »

Ήσουν από μικρός πολύ ψηλός και αυτό αποτέλεσε μία παράμετρο για να στραφείς προς το μπάσκετ, μέσω της οικογένειας;

«Ψηλός ήμουν, αλλά τότε ποιος ήξερε και ποιος ασχολούνταν με το μπάσκετ για να σπρώξει ένα παιδί προς αυτή την κατεύθυνση; Ειδικότερα μία χρονιά πριν το γεγονός-ορόσημο για το άθλημα στην Ελλάδα… Απλά μου άρεσε και μαζί με τον φίλο μου, είπαμε να το δοκιμάσουμε πιο οργανωμένα…»

Ποια εικόνα σου έχει μείνει από τον πρώτο σου σταθμό, τον ΑΝΟ Γλυφάδας, όταν γυρίζεις την σκέψη σου 35 χρόνια πίσω;

«Μία πολύ οικογενειακή ατμόσφαιρα, μία πολύ όμορφη και ρομαντική εποχή, που όλα τα παιδιά μαζί με τους εφόρους που υπήρχαν τότε – τον κύριο Τάκη τον Τηρέα συγκεκριμένα που μας είχε πραγματικά σαν παιδιά του – και τους προπονητές, ξεκινούσαμε μία διαδρομή με φόντο το όνειρο. Ο Γιάννης ο Παραγιός ήταν ο επικεφαλής των ακαδημιών και το πριμ της νίκης ήταν ένα χάμπουργκερ με πατάτες στο θρυλικό “Queen” στην πλατεία Εσπερίδων! Ήταν πολύ όμορφα χρόνια και συχνά-πυκνά που βρισκόμαστε με φίλους Γλυφαδιώτες, αναπολούμε εκείνες τις στιγμές…»

Ποια ήταν η αγωνιστική στιγμή που θυμάσαι πιο έντονα;

«Η πρόκριση στην τελική φάση της Αθήνας, όπου κρινόταν το εισιτήριο για την πρόκριση στο Πανελλήνιο πρωτάθλημα παίδων. Ήταν μία πρωτόγνωρη επιτυχία για τα δεδομένα της Γλυφάδας τότε και παρ’ ότι δεν τα καταφέραμε να περάσουμε, η εμπειρία ήταν μοναδική.»

Να υποθέσω ότι οι εμφανίσεις σου έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην μετεγγραφή σου στον Παναθηναϊκό σε ηλικία 16 ετών;

«Όπως σε κάθε παιδί που είχε παρουσιάσει κάποιες προδιαγραφές, έτσι και σε μένα, είχαν εμφανιστεί αρκετοί μνηστήρες. Θυμάμαι ότι πέραν του Παναθηναϊκού και ο Άρης αλλά και ο Πανιώνιος είχαν προσεγγίσει τον σύλλογό μου, απλά το ενδιαφέρον εντάθηκε περισσότερο από πλευράς των “πρασίνων”, όταν τους κερδίσαμε δύο φορές στο παιδικό. Η Γλυφάδα είχε τότε μεγάλη ομάδα στο πόλο, οπότε όταν στην κουβέντα μπήκε το όνομα του Δημήτρη Σελετόπουλου που έπαιζε στον Παναθηναϊκό και ήταν αρχηγός της Εθνικής ομάδας, οι διαπραγματεύσεις κορυφώθηκαν και φτάσαμε στο αίσιο τέλος…»

Πού είχε γίνει το πιο καθοριστικό ραντεβού;

«Στο σπίτι του “κυρίου Παύλου” στη Βάρκιζα. Ήταν εκεί αντιπροσωπεία και των δύο ομάδων και εκεί καθορίστηκαν οι τελικές λεπτομέρειες, το “πόσα, πότε, πού”… Θυμάμαι ότι η αγωνία μου είχε φτάσει στα… κόκκινα και περίμενα πώς και πώς να βρεθεί η χρυσή τομή για να αλλάξω επίπεδο.»

Τότε, αν δεν κάνω λάθος, ήσουν 16 ετών και μαθητής 1ης Λυκείου και από τα ανοιχτά και το κλειστό της Γλυφάδας, εν μία νυκτί, μετακόμισες σε ένα ιστορικό γήπεδο που μέχρι τότε έβλεπες στην τηλεόραση…

«Ακριβώς! Η πρώτη χρονιά ήταν λίγο αναγνωριστική, αλλά στην 2η έγινε μεγάλο “παιδομάζωμα” και μαζί με μένα, τον Αντόνιο Ντέιβις και τον Γεωργικόπουλο, ο οποίος προϋπήρχε στην ομάδα, στο δυναμικό εντάχθηκαν ο Οικονόμου, ο Μυριούνης, ο Σκανδάλης και ο Πλακουράκης. Κοινώς υπήρχαν οι νέοι και οι πιο παλιοί, χωρίς όμως να υπάρχουν κλίκες. Ίσα-ίσα που οι μεγάλοι μας είχαν από κοντά και θυμάμαι για μεγάλο διάστημα τον εαυτό μου, να ακούει και να κοιτάει σαν χάνος όλες τις ιστορίες που μας διηγούνταν από τα παλιά…» 

Με προπονητή τον Χρήστο Ιορδανίδη, ο οποίος είχε αιτηθεί την απόκτησή σου… Ποιες είναι οι αναμνήσεις από τις πρώτες επισκέψεις στον “Τάφο του Ινδού”;

«Θυμάμαι ότι μου είχε κάνει εξαιρετική εντύπωση το επίπεδο και η σοβαρότητα του coach και τα λόγια του ισοδυναμούσαν με… νόμο! Άλλες εποχές, βέβαια και πολλές φορές που το σκέφτομαι, νιώθω τυχερος που πέτυχα και την εποχή που το μπάσκετ ήταν πιο ερασιτεχνικό, αλλά φυσικά κι εκείνη που πέρασε σε απόλυτα επαγγελματικό πλαίσιο.»

Στην αρχή ήσουν σαν ψάρι έξω από το νερό;

«Δεν θα το ‘λεγα! Μου άρεσε πάρα πολύ αυτή η αλλαγή επιπέδου και πιστεύω ότι προσαρμόστηκα σχετικά εύκολα. Για κάποιο λόγο θεώρησα πολύ οικείο το περιβάλλον και ειδικότερα αυτή την ξεχωριστή μυρωδιά και την μεγάλη υγρασία που είχε ο “Τάφος”, δεν τις είχα συναντήσει σε κανένα άλλο γήπεδο.»

Μαθητής λυκείου και επαγγελματίας μπασκετμπολίστας ταυτόχρονα!

Οι συμμαθητές σου αλλά και οι καθηγητές σου στο σχολείο, πώς σε αντιμετώπιζαν;

«Λόγω βεβαρυμένων υποχρεώσεων και συνεχών προπονήσεων με τον Παναθηναϊκό και τα κλιμάκια των Εθνικών ομάδων, όπως αντιλαμβάνεσαι, ο χρόνος που μου απέμενε για να διαβάσω σωστά, ώστε να είμαι συνεπής στο σχολείο, ήταν ελάχιστος. Βέβαια, οφείλω να σου πω ότι παρ’ ότι από την Β’ Λυκείου και μετά, είχα επιλέξει τον επαγγελματικό προσανατολισμό μου και είχα επικεντρωθεί στο μπάσκετ, νοσταλγώ πραγματικά τα σχολικά χρόνια και νιώθω ευγνώμων που τελείωσα το σχολείο χωρίς να μου δημιουργήσει πρόβλημα στη διαδρομή που είχα επιλέξει. Πέρασα πολύ όμορφα χρόνια, έστω κι αν η τελευταία μου ανάμνηση δεν ήταν η καλύτερη γιατί στην Γ’ Λυκείου με αφήσαν στην ίδια τάξη. Κι αναγκάστηκα να δώσω τον Σεπτέμβριο για να πάρω το απολυτήριό μου…»

Για το πήγαινε-έλα με τον Αντόνιο Ντέιβις από την Γλυφάδα στον “Τάφο του Ινδού” θέλω να μου πεις…

«Ο Αντόνιο ήταν ένα παιδί, που όταν ήρθε απευθείας από το πανεπιστήμιο, δεν είχε ακόμη κλείσει τα 21 του χρόνια και ο οποίος έμενε πολύ κοντά μου στην Γλυφάδα. Θυμάμαι ότι αυτά τα δύο πρώτα χρόνια με πήγαιναν οι γονείς μου μέχρι το σπίτι του, γιατί δεν είχα δίπλωμα οδήγησης και μόλις κατέβαινε κι έφευγε ο πατέρας μου, μου έδινε τα κλειδιά του αυτοκινήτου και οδηγούσα εγώ μέχρι την Λεωφόρο για την προπόνηση και πίσω!»

Σοβαρά μιλάς; Εσύ οδηγούσες; 

«Ναι εγώ!»

Δεν ήξερα αυτή την λεπτομέρεια της ιστορίας…

«Βασικά αυτό συνέβη γιατί ήξερα να οδηγώ από πολύ μικρός και επειδή εκείνος δεν ήξερε τους δρόμους. Μία, δύο, τρεις, μπερδεύτηκε και έμπλεξε στην κίνηση και μονίμως εγώ τον διευκόλυνα, οπότε την τέταρτη μου έδωσε τα κλειδιά από την αρχή και καθιερώθηκε. Ίσως να μην ήξερε ότι στην Ελλάδα το δίπλωμα έβγαινε μετά τα 18! Με βόλεψε πάρα πολύ όλο αυτό, γιατί πέραν του ότι “ψήθηκα” από πολύ μικρός στους δρόμους, πολύ γρήγορα απέκτησα μεγάλη άνεση και στα αγγλικά, γιατί μιλούσαμε σχεδόν δύο ώρες την ημέρα, στην διάρκεια της διαδρομής πήγαινε-έλα. Καλύτερο “φροντιστήριο” από το να μιλάς με κάποιον Αμερικανό κάθε μέρα, δε νομίζω ότι υπάρχει…»

Το πιο αστείο περιστατικό που συνέβη στην διάρκεια της διαδρομής και μπορείς να μοιραστείς, ποιο είναι;

«Ήταν μία φορά που φύγαμε από τον “Τάφο” με τον Ντέιβις και τον Γίαργουντ (σ.σ.: έπαιζε στους ευρωπαϊκούς αγώνες ως 2ος ξένος) και πήγαμε στην Ομόνοια για να πάρουν κάτι εισιτήρια για την Αμερική, ενόψει της άδειας των Χριστουγέννων. Δεν είχα ξαναπάει ποτέ εκεί, οπότε αφού παρκάραμε σε ένα στενό και πήγαμε στο ταξιδιωτικό πρακτορείο, αντιλήφθηκαν ότι είχαν ξεχάσει τα διαβατήριά τους στο αμάξι. Φεύγω, λοιπόν, για να πάω να τα πάρω και να τους τα φέρω, αλλά το πρόβλημα ήταν ότι δεν θυμόμουν σε ποιο ακριβώς στενό ήταν το αυτοκίνητο. Πηγαίνοντας σε λάθος δρόμο, δεν βρήκα ποτέ το αμάξι και προς στιγμήν νόμισα ότι μας το είχαν κλέψει. Επιστρέφω άπραγος και μόλις τους λέω τι έγινε, κατεβαίνουμε και οι τρεις τρέχοντας… Όταν είδα ότι περάσαμε το στενό που είχα πάει εγώ, συνειδητοποίησα τι γκέλα έχω κάνει! Το αμάξι ήταν στην θέση του και φυσικά έφαγα τις “φάπες” και τα “μπινελίκια” μου γιατί νόμιζαν ότι τους έκανα πλάκα.»

Πως ήταν η πρώτη φορά που έπαιξες αντίπαλος απέναντι σε Γκάλη, Γιαννάκη, Φασούλα και Φάνη, που ήταν τα “ιερά τέρατα” του ελληνικού μπάσκετ;

«Η πρώτη μου εμπειρία ήταν στο Αλεξάνδρειο με τον Άρη, στις εποχές που τα χαρτάκια που έπεφταν στο παρκέ ήταν δισεκατομμύρια και έπρεπε να περάσει λίγη ώρα και να τα καθαρίσουν από το παρκέ, για να κάνουμε ζέσταμα και να αρχίσει το παιχνίδι. Για έναν πιτσιρίκο σαν κι εμένα, που μέχρι πρότινος, όλα αυτά, τα έβλεπε στην τηλεόραση, ήταν κάτι το αδιανόητο. Το ίδιο και με τον ΠΑΟΚ! Με τον Φάνη ένιωθα μεγάλο δέος γιατί τον λάτρευα από μικρός, οπότε το συναίσθημα ήταν ακόμη πιο ξεχωριστό. Το ωραίο ήταν ότι μετά από κάποια χρόνια, όλους αυτούς τους τεράστιους αθλητές – με κάποιους από τους οποίους υπήρξα και συμπαίκτης στον Παναθηναϊκό – τους συναντούσα τα καλοκαίρια στην Εθνική ομάδα και ενώναμε τις δυνάμεις μας για το καλό του ελληνικού μπάσκετ. Νιώθω πραγματικά πολύ ευλογημένος που τους γνώρισα και τους έζησα από κοντά.»

Να υποθέσω ότι μία μόνιμη ερώτηση στο σχολείο, ήταν το “πως είναι ο Γκάλης, ο Γιαννάκης και τα υπόλοιπα παιδιά, από κοντά”;

«Σίγουρα, αλλά τότε ήμασταν μικροί, οπότε το 70% των συζητήσεων ήταν στο χαβαλέ και το υπόλοιπο 30% αφορούσε κάτι το σοβαρό! Η πλάκα είναι ότι πιο πολύ οι καθηγητές ρωτούσαν…»

Μετά από δύο χρόνια στο κέντρο της Αθήνας και τη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, έρχεται η μετακόμιση του Παναθηναϊκού στο πρώτο σου «σπίτι», το κλειστό της Γλυφάδας, η οποία συμπίπτει με μία εντυπωσιακή αναβάθμιση του ρόστερ και με αλλαγή των στόχων. Σε βοήθησε η επιστροφή στην γειτονιά;

«Άλλαξαν πολλά μέσα σε ένα καλοκαίρι. Πήγαμε σε ένα μεγαλύτερο γήπεδο, ήρθε η Ευρώπη και ταυτόχρονα και ο Γκάλης, ο Βράνκοβιτς και ο Κόμαζετς, οπότε, όπως καταλαβαίνεις, ανέβηκαν οι προσδοκίες και μεγάλωσαν οι ευθύνες αλλά και το ενδιαφέρον του κόσμου. Σκέψου ότι ένα γήπεδο 2.500 θέσεων ήταν μονίμως γεμάτο, αρχίσαμε να παίζουμε δύο φορές την εβδομάδα, επομένως η ταχύτητα με την οποία εισέπραττα σπουδαίες εικόνες και παραστάσεις ήταν ασυγκράτητη. Σαν πιτσιρικάς, όλα αυτά που σου συμβαίνουν τα βιώνεις πολύ διαφορετικά…»

Ήταν κάτι σαν Dream Team για τα δεδομένα του ελληνικού πρωταθλήματος, εκείνη ομάδα;

«Προσωπικά ένιωθα πολύ τυχερός που ήμουν μέλος μιας ομάδας με παίκτες τεραστίου βεληνεκούς, όχι μόνο για το ευρωπαϊκό στερέωμα αλλά ίσως και πιο πάνω. Τι καλύτερο για έναν νεαρό αθλητή με φιλοδοξίες να παλεύει καθημερινά για έναν ρόλο στο rotation…»

Με τον Ζέλικο Παβλίσεβιτς κατέκτησες και τον πρώτο σου τίτλο…

«Το 1993 στο ΣΕΦ με τον Άρη! Τι να θυμάμαι; Χαμένοι ήμασταν… Ήταν κάτι ξεχωριστό και πρωτόγνωρο για όλους μας, από το μεγάλο γήπεδο μέχρι τη νίκη μας και πραγματικά δεν ξέραμε πώς να διαχειριστούμε εκείνη την στιγμή. Και δεν ξέραμε και τι θα επακολουθούσε… Αυτό που σίγουρα βρισκόταν στο επίκεντρο, ήταν η άτυπη κόντρα Γκάλη-Γιαννάκη μετά το 1-1 στην κανονική περίοδο του πρωταθλήματος.»

Πως ήταν ο “Ζε-Πα” σαν προπονητής; Τότε προερχόταν από δύο ευρωπαϊκά τρόπαια με τη μεγάλη ομάδα της Γιουγκοπλάστικα και μάλιστα παινευόταν για αυτά…

«Ήταν ένας προπονητής που πίστευε πολύ τους πιτσιρικάδες και τους έβαζε να παίξουν. Απ’ αυτή την άποψη, όλοι οι μικροί του Παναθηναϊκού, ήμασταν πολύ τυχεροί τότε για τις ευκαιρίες που πήραμε!»

Ο Γκάλης υποθέτω ότι σου είχε φανεί πολύ πιο διαφορετικός σαν αντίπαλος απ’ ό,τι σαν συμπαίκτης;

«Δεν θυμάμαι να τον έζησα πολύ σαν αντίπαλος γιατί τα πρώτα δύο χρόνια, είχα πολύ μικρό χρόνο συμμετοχής. Το εντυπωσιακό με τον Νικ ήταν ότι όσο μεγάλος ήταν ο μύθος γύρω από το όνομά και τα κατορθώματά του, τόσο μεγαλύτερη ήταν η απλότητα που τον χαρακτήριζε σαν άνθρωπο. Απλά μέσα στις τέσσερις γραμμές, σε προπόνηση και αγώνα, μεταμορφωνόταν στον απόλυτο επαγγελματία. Έξω από το γήπεδο ήταν ένας άκρως φυσιολογικός άνθρωπος!»

Πώς ήταν οι προπονήσεις στην Γλυφάδα με όλα αυτά τα ιερά τέρατα;

«Με ακόμη μεγαλύτερη ένταση κι από τους αγώνες! Ειδικότερα τα μεγάλα ονόματα που ανέφερες πιο πριν, δούλευαν απίστευτα στην προπόνηση και η συγκεκριμένη εμπειρία ήταν τρομερά διδακτική για εμάς του νεότερους. Ήταν το καλύτερο δυνατό παράδειγμα για να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν βρίσκονταν τυχαία στο επίπεδο που είχαν φτάσει.»

Τι σου είχε κάνει την μεγαλύτερη εντύπωση;

«Η έξτρα προπόνηση που έκαναν απ’ αυτά που είχαμε συνηθίσει, με αποτέλεσμα να μας σπρώχνουν κι εμάς προς αυτή την κατεύθυνση.»

Εκείνη η σεζόν (1992-1993) σήμανε ουσιαστικά την έναρξη της μεγάλης «αιώνιας» αντιπαλότητας και στο μπάσκετ. Μίας αντιπαλότητας, που αν και ήταν πολύ έντονη μέσα στον αγωνιστικό χώρο και πολλές φορές οι διοικήσεις την μετέφεραν και εκτός γηπέδου, πριν την έναρξη και μετά το τέλος των αγώνων, μεταξύ των παικτών όλα τελείωναν με το άκουσμα της κόρνας…

«Αυτό ίσχυε πάντα, όλα τα χρόνια και δεν άλλαξε ποτέ. Οι παίκτες δεν είχαμε τίποτε να χωρίσουμε μεταξύ μας και ειδικά οι Έλληνες βρισκόμασταν μετά τα ματς και φυσικά περνούσαμε μαζί τα καλοκαίρια μας στην Εθνική.»

Αυτό το καταλαβαίνω απόλυτα. Αλλά μην μου πεις, για παράδειγμα, ότι εκείνη την εποχή δεν σου τη “βίδωνε” ο “ξανθός”…

«Όταν κατέβηκε ο Ιωαννίδης στην Αθήνα και δυνάμωσε ο Ολυμπιακός και μετέπειτα ο Παναθηναϊκός, αυτομάτως η ατμόσφαιρα των ντέρμπι Άρη-ΠΑΟΚ της δεκαετίας του ’80, μεταφέρθηκε στην Αθήνα και συγκεκριμένα στο ντέρμπι των “αιωνίων”. Ο “ξανθός” ήταν χρόνια πρωταγωνιστής σε αυτή την διαδικασία και μοιραία τα ήξερε όλα απ’ έξω κι ανακατωτά.

Το θέμα είναι ότι όλη αυτή η πρώτη πενταετία της κυριαρχίας του Ολυμπιακού (σ.σ. 1993-1997), κατά την γνώμη μου, μας ωφέλησε γιατί έμαθαν όλοι το πως πρέπει να λειτουργεί μία ομάδα για να φτάσει εκεί που πρέπει να φτάσει. Τελικά αυτός ο ανταγωνισμός μας έκανε καλό για την συνέχεια. Γιατί μπορεί εκείνα τα χρόνια να μην τα καταφέραμε, αλλά μπήκαν οι βάσεις για τα επόμενα 20 χρόνια και βάλε!» 

Πρώτο Final 4 στο Τελ Αβίβ; Τι σου έρχεται στο μυαλό;

«Ξαφνικά εκεί που έβλεπες κάτι επί χρόνια κάθε Πέμπτη και ονειρευόσουν να δεις κάποια στιγμή τον εαυτό σου σε αυτό το επίπεδο, είχες φτάσει εκεί και διεκδικούσες το τρόπαιο. Θυμάμαι ότι είχαμε τρομερό άγχος όλοι, γιατί για τους περισσότερους, ήταν η πρώτη φορά, δεν ξέραμε πώς και το αντιμετωπίσαμε πολύ πιο σοβαρά απ’ ό,τι καταλάβαμε ότι χρειαζόταν στην συνέχεια. Η εξέλιξη των πραγμάτων έδειξε ότι έπρεπε να παρουσιαστούμε πιο χαλαροί, αλλά άλλο να το λες μετεγενέστερα και άλλο να το βιώνεις και να κατασταλάζεις αργότερα στο πώς πρέπει να αντιμετωπίζεις κάποιες καταστάσεις.»

Η πρώτη φορά, άλλωστε, είναι πάντα δύσκολη…

«Όπως και η δεύτερη! Ευτυχώς η λύτρωση ήρθε στην τρίτη, το 1996 στο Παρίσι…»

Μην βιάζεσαι θα φτάσουμε εκεί. Ποια εικόνα θυμάσαι από το Τελ Αβίβ;

«Τα καραβάνια των φιλάθλων που έρχονταν με αεροπλάνα και βαπόρια, το “Γιαντ Ελιάου” που από μόνο του ήταν ένα γήπεδο-ναός του μπάσκετ και φυσικά την στενοχώρια της ήττας και της πρώτης αποτυχίας.»

Μετάνιωσες για τους πανηγυρισμούς στην δραματική ήττα του Ολυμπιακού στον τελικό;

«Το θέμα είναι ότι δεν πανηγύρισα μόνο εγώ! Αλλά επειδή με ρωτάς, θα σου πω ότι τότε και για αρκετό καιρό, μου είχε δημιουργήσει πρόβλημα, εκείνη η απόφαση. Ήταν μία νεανική απερισκεψία της στιγμής, την οποία έχω διαγράψει. Βέβαια όταν είσαι 20 χρονών, δεν έχεις το μυαλό που έχεις στα 40 και στα 50! Αν το είχες, κάτι δεν θα πήγαινε καλά. Πλέον έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια και τα πράγματα έχουν μπει στην θέση τους.»

Παραμένω στην έντονη αντιπαλότητα Ολυμπιακού-Παναθηναϊκού, που υπήρχε επί σειρά ετών τον Μάιο και τον Ιούνιο. Θυμάμαι πολύ χαρακτηριστικά ένα ματς στους τελικούς του 1995, που είχατε παίξει μπουνιές με τον Σιγάλα. Ο ίδιος, μάλιστα, σε μία συνέντευξη πριν από μερικούς μήνες, μου είχε πει ότι μετά τα ματς τηλεφωνιόσασταν και λύνατε τις διαφορές σας…

«Σιγά μην περιμέναμε να περάσει τόση ώρα για να το λύσουμε από το τηλέφωνο. Στο γήπεδο το λύναμε αμέσως μετά το ματς. Όλα αυτά γινόντουσαν υπό την πίεση των υπερβολικών σφιγμών και στο πλαίσιο του πολύ έντονου ανταγωνισμού που υπήρχε στα 40 λεπτά του αγώνα. Στα 80 λεπτά, τα πάντα είχαν τελειώσει! Τι θέλω να πω; Ότι με το που τελείωνε το ματς, όχι απλά το ξεχνούσαμε, αλλά δεν επιτρέπαμε στους εαυτούς μας να το συνεχίσουμε. Πολλώ δε μάλλον μεταξύ Ελλήνων παικτών του Ολυμπιακού και του Παναθηναϊκού! Γιατί την μεθεπόμενη των τελικών ή μετά από λίγες μέρες, συνήθως είχαμε την πρώτη συγκέντρωση της Εθνικής ομάδας για προετοιμασία και θα ήμασταν μαζί για σχεδόν 2 μήνες, έχοντας κοινό σκοπό. Ειδικότερα με τον Γιώργο, δεν υπήρχε η παραμικρή κόντρα και τίποτε επί προσωπικού! Τον εκτιμούσα και τον εκτιμώ πάρα πολύ, έχουμε πολλές κοινές αναμνήσεις και πάντα χαίρομαι πολύ όταν τον βλέπω και τα λέμε εγκάρδια.»

Εν μέσω εκείνης της αντιπαλότητας, σου είχε κάνει εντύπωση η απόφαση του Πάσπαλι να αλλάξει στρατόπεδο το καλοκαίρι του 1994 και από ‘κει που ήταν το πρόσωπο του Ολυμπιακού και ο πιο δύσκολος αντίπαλός σας, ξαφνικά βρέθηκε στην ομάδα σας;

«Εντύπωση μου είχε κάνει, αλλά πολύ καλή! Υπό την έννοια ότι έλευσή του δυνάμωσε την ομάδα μας. Η συνεργασία μας ήταν άψογη και όπως φάνηκε στην πορεία, ούτε ο πρώτος ήταν ούτε ο τελευταίος που ακολουθήσε αυτή και την αντίθετη διαδρομή. Είχαμε πλέον όλοι αρχίσει να εξοικειωνόμαστε με την άκρατη επαγγελματοποίηση του χώρου.»

Δεύτερο Final 4 στη Σαραγόσα, το 1995. Τι σου πρωτοέρχεται στο μυαλό;

«Θυμάμαι ότι μέναμε σε ένα ξενοδοχείο που ήταν στην έρημο, αρκετά έξω από την πόλη και ότι ήμασταν πολύ άτυχοι γιατί στην διάρκεια του ματς, τραυματίστηκε ο Παναγιώτης Γιαννάκης. Καθώς επίσης και τα τρίποντα του Έντι Τζόνσον, που μας είχαν στερήσει τη νίκη.» 

Κώστας Πολίτης και Ευθύμης Κιουμουρτζόγλου;

«Δύο προπονητές στους οποίους είχα ιδιαίτερη αδυναμία. Και οι δύο έκαναν μεγάλη προσπάθεια, που εκείνα τα χρόνια απέβη άκαρπη.»

Ακολουθεί το καλοκαίρι που άλλαξε πάρα πολλά στην ομάδα, με την έλευση του Μάλκοβιτς και του Ντομινίκ, που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο για τον θρίαμβο του Παρισιού. Τι τύπος ήταν ο “Μπόζα”;

«Τον θυμάμαι ως έναν αυστηρό και φανατικό θιασώτη της προπόνησης! Η σκληρή δουλειά και η σωστή προετοιμασία ήταν κάτι σαν ευαγγέλιο για τον coach. Δεν θα ξεχάσω ότι είχε οργανώσει ιδιωτικές συζητήσεις με τον κάθε παίκτη που ήταν στην ομάδα και τις προηγούμενες δύο σεζόν και μας είχε ζητήσει να του αναλύσουμε ποια ήταν τα αίτια των αποτυχιών σε Τελ Αβίβ και Σαραγόσα.

Αυτό που μου είχε κάνει τρομερή εντύπωση με βάση τον χαρακτήρα του, που δεν σου έδινε το παραμικρό περιθώριο για χαλάρωση, ήταν ότι παραμονές του ταξιδιού για το Παρίσι, κάναμε προπόνηση πρωί Σαββάτου και εν συνεχεία μας έδωσε ρεπό και ραντεβού την Δευτέρα στο αεροδρόμιο. Με την προϋπόθεση να μην φύγει κανείς εκτός Αθηνών, ούτε για αστείο… Αυτή η απόφαση μας ωφέλησε πάρα πολύ και μας αποφόρτισε πιστεύω, με την συνέχεια να είναι γνωστή.»

Ντομινίκ Γουίλκινς;

«Αφίσες στο δωμάτιο και πειρατικές videoταινίες για να δούμε τα περίφημα καρφώματα-ανεμόμυλους που έκανε και ξαφνικά μοιραζόμασταν τα ίδια αποδυτήρια. Θυμάμαι ότι ήμασταν στα βάρη και μας έλεγε κάτι ασύλληπτες ιστορίες για τον Μάτζικ, τον Μπερντ, τον Τζαμπάρ και τον Τζόρνταν και μας είχε φύγει το καφάσι! Τον κοιτάγαμε με ανοιχτό το στόμα! Ήταν το πρώτο πραγματικά μεγάλο όνομα που είχε έρθει από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού και είχε κάνει μεγάλη θραύση.»

Θυμάσαι την πρώτη προπόνηση που σχεδόν γέμισε το ΟΑΚΑ;

«Πλάκα μου κάνεις; Ξεχνιέται αυτό; Όλοι περίμεναν να τον δουν να καρφώνει σε κάθε φάση κι εκείνος εμφανίστηκε υπέρβαρος και στην αρχή χρειάστηκε λίγο χρόνο. Ήταν, όμως, εξαιρετικός αθλητής και είχε και πολύ δυνατό σκαρί, με αποτέλεσμα να βρει γρήγορα την φόρμα του και να αφήσει το στίγμα του.»

Να υποθέσω ότι θυμάσαι πολλες ιστορίες με τον Ντομινίκ. Θα μας διηγηθείς κάποια απ’αυτές που μπορείς να μοιραστείς;

«Τώρα μου βάζεις πολύ δύσκολα! Θυμάμαι ότι στο Παρίσι κάποια στιγμή βλέπαμε video και είχαμε κρεμάσει ένα μπουφάν στο λαμπατέρ που υπήρχε στην αίθουσα για να μην μας τυφλώνει και κινδυνεύσαμε να πάρουμε φωτιά. Από την θερμότητα το μπουφάν άναψε κι έβγαλε φλόγα και έγινε ένας ψιλοχαμός.»

Στόϊκο Βράνκοβιτς;

«Ο Στόγιαν ήταν από μόνος του μεγάλο κεφάλαιο για τον Παναθηναϊκό. Αγαπητός όσο δεν πάει, τρελός όσο δεν πάει, Βαλκάνιος όσο δεν πάει. Δικός μας 100%. Από πλευράς κουλτούρας και στάσης ζωής, από πλευράς χιούμορ και συναισθημάτων, τι να σου πρωτοπώ; Δενόταν πολύ αγαπούσε ακόμη περισσότερο γι’ αυτό και αγαπήθηκε τόσο πολύ.»

Ποιο είναι το “κλικ” που φωτογραφικά σου έρχεται πρώτο σαν εικόνα μέσα από το γήπεδο, στις τελευταίες στιγμές του τελικού στο “Παλέ ντε Μπερσί”; 

«Η στιγμή που χάνουμε την μπάλα και είπα μέσα μου “δεν είναι δυνατόν, δεν μπορεί να συμβαίνει αυτό”, αλλά τελικά βρέθηκε το χέρι που μπόρεσε να αποτρέψει το κακό! Έγιναν όλα τόσα γρήγορα που δεν προλάβαμε να καταλάβουμε και πολλά.»

Τότε είχες εικόνα της πορείας που ακολούθησε ο Βράνκοβιτς και της απόστασης που κάλυψε με τα γιγάντια βήματά του; Και σε ρωτάω γιατί δεν βρισκόσουν στο παρκέ…

«Όχι γιατί βλέποντας αυτό που διαγράφεται μπροστά, δεν έχεις τον χρόνο να γυρίσεις προς τα πίσω για να δεις τι έρχεται! Συνήθως την μπάλα κοιτάς πού θα καταλήξει. Αλλά όταν είδα στο video τι κούρσα έκανε ο ψηλός και πως πήδηξε πάνω από τον Κόρφα, εκεί κατάλαβα την δυσκολία και το μεγαλείο της όλης του κίνησης.»

Το μετά;

«Ένας ατελείωτος χαμός! Πανικός στο γήπεδο, χαμός στο ξενοδοχείο, το αδιαχώρητο στο αεροδρόμιο του Ελληνικού μετά την προσγείωση, τρομερές στιγμές. Αυτό που θυμάμαι είναι ότι επειδή έμενα πολύ κοντά στην πάνω πλευρά του αεροδιαδρόμου, δεν μπήκα στο πούλμαν της αποστολής για το ΟΑΚΑ κι έχασα όλα συνέβησαν στην διαδρομή αλλά και στο γήπεδο, όπου μας περίμενε πολύς κόσμος.»

Η κατάκτηση του πρώτου ευρωπαϊκού τροπαίου του ελληνικού μπάσκετ στην κορυφαία διασυλλογική διοργάνωση, ήταν η κορυφαία στιγμή της πρώτης σου εποχής στον Παναθηναϊκό, όταν στις εγχώριες διοργανώσεις κυνηγούσατε τον Ολυμπιακό. Αμέσως μετά, όμως, ήρθε η απότομη προσγείωση με το ιστορικό 73-38 στο ΣΕΦ. Τι θυμάσαι από εκείνο το ματς;

«Συνήθως κάτι τέτοια ματς τα κάνω… delete και δεν θέλω όχι απλά να τα θυμάμαι, αλλά ούτε και να τα συζητάω. Από ‘κει και πέρα δεν μπορεί να παραλείψει κανείς ότι είχε φύγει ο Ντομινίκ για προσωπικούς λόγους και ότι η ομάδα είχε αδειάσει από τον θρίαμβο του Παρισιού και πήγε στο ΣΕΦ αποδιοργανωμένη. Με αποτέλεσμα να συμβεί ό,τι συνέβη…»

Ακολουθεί η χρονιά των κοινοτικών με τον Μάλκοβιτς να κάνει γενναία χρήση του νόμου Μποσμάν στην ομάδα…

«Ήταν ένα πείραμα που δεν μας βγήκε, παρ’ ότι είχαμε πάρει πολύ καλούς παίκτες και καλά παιδιά, αλλά για κάποιους λόγους, η πορεία δεν ήταν αυτή που όλοι θέλαμε.»

Ένα αλήστου μνήμης περιστατικό, που έχει μείνει από εκείνη την σεζόν, είναι η απόφαση του Μάλκοβιτς να αφήσει τον Τζον Σάλεϊ εκτός δωδεκάδας για ένα ματς με τον ΠΑΟΚ κι ενώ εκείνος είχε νοικιάσει ιδιωτικό αεροσκάφος από το Παρίσι και ελικόπτερο από το αεροδρόμιο του Ελληνικού τότε, για να φτάσει έγκαιρα στο ΟΑΚΑ…

«Ο Σάλεϊ ήταν από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες που έχουν περάσει από το ελληνικό μπάσκετ. Είχε ένα ιδιαίτερο χολιγουντιανό “σταριλίκι”, το οποίο, όμως, το υποστήριζε πολύ καλά, γιατί ήταν διαβασμένος και πολυπράγμων. Το εξέπεμπε απόλυτα με τον τρόπο που μιλούσε, που ντυνόταν και συμπεριφερόταν. Ακόμη και ο τρόπος με τον οποίο ήρθε στο ΟΑΚΑ για να προλάβει – λες και έπαιζε σε ταινία “Mission Impossible” – ήταν τρομερά ασυνήθιστος…»

Τι έγινε στα αποδυτήρια όταν έμαθε ότι δεν θα παίξει;

Εκείνη η σεζόν τελείωσε με υπηρεσιακό προπονητή τον Μιχάλη Κυρίτση και το καλοκαίρι του 1997, αναλαμβάνει ο Σούμποτιτς κι έρχονται ο Ράτζα, ο Φάνης και ο Μπάιρον Σκοτ…

«Ο Σούμποτιτς είχε μία άλλη φιλοσοφία, τελείως διαφορετική απ’ αυτή που είχαμε συνηθίσει και η οποία συνοδευόταν και με μία ανάλογη διαχείριση. Η βασική αλλαγή είχε να κάνει με την προσέγγισή του προς τους παίκτες και το πως τους έκανε να αισθάνονται. Ο Λευτέρης μας έκανε να νιώθουμε σαν… Θεοί! Αυτή η ψυχολογία που αποκτήσαμε σε συνδυασμό με δύο τρομερούς παίκτες που είχαν σημαντική καριέρα στο ΝΒΑ, έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο να κάνουμε μία εξαιρετική σεζόν και να πάρουμε ένα πρωτάθλημα που έμεινε στην ιστορία, γιατί ήταν απωθημένο πολλών ετών.»

Από τον Μπάϊρον Σκοτ τι σου έρχεται πρώτο στο μυαλό;

«Οι τρομερές ιστορίες που μας έλεγε για την χρυσή εποχή των Λέικερς του show time, για τους οποίους είχαμε διαβάσει πολλά, χωρίς όμως να έχουμε την πολυτέλεια να τα ακούσουμε εκ των έσω, από κάποιον που ήταν μέρος της ιστορίας. Όλα αυτά που ακούγαμε κατά καιρούς από τον Ντομινίκ και τον Σκοτ, μας φαινόντουσαν εξωγήινα γιατί ακόμη το ΝΒΑ δεν είχε κάνει το άνοιγμα προς τον υπόλοιπο κόσμο, που έχει κάνει στην σημερινή εποχή.

Ένα άλλο κομμάτι που μου είχε κάνει εντύπωση από τον Μπάϊρον ήταν ο επαγγελματισμός του. Το πως πρόσεχε το σώμα του στα 36 του χρόνια, το πως δούλευε στα βάρη. Φαινόταν ότι ο άνθρωπος ερχόταν από το top level! Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι εμείς δεν δουλεύαμε σε επαγγελματικό επίπεδο, αλλά σου έκανε εντύπωση ότι ένας τόσο καταξιωμένος αθλητής με πρωταθλήματα στο NBA, συνέχιζε να δουλεύει όπως όταν ήταν 25 χρονών!»

Ντίνο Ράτζα;

«Επίσης τεράστια προσωπικότητα με πολύ αναπτυγμένη την αίσθηση του “refuse to lose”! Από τις ασκήσεις “3 on 3”, μέχρι τα σουτάκια στο τέλος της προπόνησης. Καλά δεν συζητάμε για τα επίσημα παιχνίδια! Ξέρεις κάτι; Για νεα παιδιά, όπως ήμασταν εμείς τότε, το να είσαι συμπαίκτης με τέτοιους αστέρες ήταν πολύ διδακτικό! Μαθαίνεις πολλά, θέλοντας και μη σε τραβάνε! Γι’ αυτό και είναι σημαντικό οι μεγάλες προσωπικότητες να συμπεριφέρονται όπως αρμόζει, γιατί ουσιαστικά επηρεάζουν και διαμορφώνουν την συγκρότηση των νεότερων, που θα είναι η επόμενη γενιά. Η κληρονομιά που αφήνει ο κάθε μεγάλος παίκτης δεν έχει να κάνει τόσο με τα αγωνιστικά του κατορθώματα, αλλά και από την εν γένει συμπεριφορά του.»

Πλάκες που λέγονται με τον Ντίνο;

«Μια φορά μου είχε αδειάσει την κολώνια και είχε γεμίσει το μπουκαλάκι με νερό και εγώ προσπαθούσα να καταλάβω μετά το ντους, τι διάολο έχει συμβεί. Εγώ δεν μύριζα ή η κολώνια είχε χαλάσει, μέχρι που τον είδα να γελάει…»

Σου είχε κάνει εντύπωση που όταν επέστρεψε στην Ελλάδα φόρεσε την φανέλα του Ολυμπιακού;

«Όση εντύπωση μου είχε κάνει και η αντίστροφη απόφαση του Ζάρκο. Υποθέτω ότι ήθελε κι εκεί να αποδείξει ότι είναι πρώτος και νικητής. Ευτυχώς δεν τα κατάφερε…»

Ο Φάνης πως ήταν σαν συμπαίκτης;

«Θεός! Η μεγάλη μου αδυναμία, δεν το συζητάω! Τώρα φαντάσου δύο τύπους κοντά στο 2,05 σε μία Hurley απάνω… Ο Φάνης ερχόταν από την Αγία Μαρίνα στην Γλυφάδα, με φόρτωνε στην μηχανή και πηγαίναμε μαζί στην προπόνηση.»

Επιτρεπόταν αυτό;

«Όχι βέβαια, αλλά το κάναμε να επιτρέπεται (σ.σ.: γέλια)!»

Και τι λέγατε πάνω στον δρόμο;

«Δεν λέγαμε, γιατί κουτουλάγανε τα κράνη μας όταν προσπαθούσαμε να μιλήσουμε ο ένας στον άλλον!»

Δυστυχώς, δεν κράτησε πολύ αυτό…

«Πραγματικά δυστυχώς… Γιατί πέρα από την μπασκετική του αξία, που ήταν αδιαμφισβήτητη, επρόκειτο για έναν τύπο που σε ενέπνεε.»

Και νομίζω ότι ταιριάζατε και σαν χαρακτήρες…

«Τα πηγαίναμε πολύ καλά, αλλά γενικά ήμουν της σχολής “το μεταίχμιο”. Γνώρισα και το πριν, πήγα και στο μετά. Λίγο στο πριν, πολύ στο μετά.»

Η εποχή Ομπράντοβιτς και η ενδυνάμωση μίας μοναδικής σχέσης

Σιγά-σιγά μπαίνουμε στην εποχή του Ζέλικο Ομπράντοβιτς, που νομίζω ότι σημάδεψε κι εσένα. Αν και η κοινή διαδρομή σας δεν ξεκίνησε με τους καλύτερους οιωνούς, με αποκορύφωμα εκείνο το περιστατικό στην Δάφνη, το οποίο ενίσχυσε και την μετέπειτα σχέση σας…

«Όπως αποδείχτηκε στην πορεία, ναι! Το θέμα δεν είναι τι έγινε, αλλά το πώς λύθηκε. Και ακριβώς επειδή λύθηκε έτσι όπως πρέπει να λύνεται, κατά τη γνώμη μου, το εκάστοτε περιστατικό μέσα σε μία κοινωνική ομάδα. Κάτσαμε κάτω τα είπαμε, τα λύσαμε και πιστεύω ότι εκείνη η κουβέντα αποτέλεσε το συστατικό που δυνάμωσε την σχέση μας στην συνέχεια. Όταν είσαι καθαρός και ειλικρινής και από την μία πλευρά και από την άλλη, από ‘κει πέρα θεωρείς ότι αυτό που λέμε, αυτό είναι, υπάρχει απόλυτη εμπιστοσύνη και συνεχίζεις. Και αυτό φάνηκε.»

Επειδή αυτό συνέβη στην πρώτη χρονιά της θητείας του στον Παναθηναϊκό και εν συνεχεία διαπιστώσαμε ότι του άρεσε να δημιουργεί τεχνητές κρίσεις και “καψώνια”, ώστε να βλέπει τις αντιδράσεις και τις αντοχές του καθενός για να τις διαχειρίζεται ανάλογα, πιστεύεις ότι αυτή ήταν η πρόθεσή του;

«Τώρα σε αυτό δεν μπορώ να σου απαντήσω, αλλά το γεγονός πως ό,τι έγινε, λύθηκε με κοινή πρωτοβουλία και αποκαταστάθηκαν πλήρως οι ισορροπίες, έδειξε ότι δεν είχαμε να χωρίσουμε τίποτε. Ήμασταν και οι δύο σε μία ομάδα με τον ίδιο στόχο. Από τον πρόεδρο μέχρι τον φροντιστή.»

“Ζοτς” σαν άνθρωπος και σαν προπονητής;

«Τι να σου πρωτοπώ τώρα; Ένας άνθρωπος που μένει στον ίδιο σύλλογο για 13 χρόνια και πετυχαίνει τόσα πράγματα, τι διαφορετικό εκτός από μύθος μπορεί να είναι για την ομάδα σου; Δεν είναι καθόλου τυχαίο που όσοι συνεργάστηκαν μαζί του, παραμένουν ταγμένοι σε εκείνον. Όχι μόνο από τον Παναθηναϊκό αλλά και από τις υπόλοιπες ομάδες.»

Πες μου κάτι που τον χαρακτήριζε;

«Θα σου πω κάτι που πάντα θαύμαζα στον Ζέλικο και αυτό είχε να κάνει με το ότι ήξερε να διαχωρίζει, χωρίς να μπλέκει την δουλειά του με την ζωή του. Το moto του ήταν “στη δουλειά είμαστε συγκεντρωμένοι 100% και όταν έχουμε λίγο ελεύθερο χρόνο για να απολαύσουμε τις χαρές της υπόλοιπης ζωής, τότε ξεδίνουμε κι εκεί!” Χωρίς όμως να το ένα να γίνεται εις βάρος του άλλου! Στη διάρκεια της συνεργασίας μας ήταν ένας φυσιολογικότατος, νορμάλ χαρακτήρας με τις πλάκες του, με τα αστεία του, με τα γούστα του, με τα μπινελίκια του, όπως πρέπει να είναι ένας κανονικός άνθρωπος. Ένας από μας!»

Οι στιγμές που έβγαινε από τα ρούχα του, όμως, υποθέτω ότι ήταν δύσκολες;

«Ήταν και είναι περισσότερο θέμα αντίληψης και λιγότερο διαχείρισης. Και αυτό το ξεκαθάριζε πάντα στην αρχή της εκάστοτε σεζόν, ώστε να το αφομοιώσουν και εκείνοι που συνεργάζονταν για πρώτη φορά μαζί του. Ήμασταν εκεί για έναν σκοπό. Και ο σκοπός για να επιτευχθεί, πρέπει όλοι μαζί να περάσουμε μέσα από ένα μονοπάτι, το οποίο αποδεδειγμένα – με εκείνον στο τιμόνι – οδηγούσε στις επιτυχίες. Αυτό δεν ήταν ήταν θεωρία, αλλά ιστορία και πραγματικότητα. Οπότε δεν υπήρχε η παραμικρή αμφισβήτηση για τις μεθόδους του.»

Πολύ ωραίο είναι αυτό που περιγράφεις, αλλά πόσο εύκολο ήταν αυτό να αφομοιωθεί με την πρώτη, από πιο νέα παιδιά που δεν είχαν ακόμη την απαραίτητη ωριμότητα για να το καταλάβουν;

«Μα το μυστικό δεν ήταν ότι το έκανες επειδή στο έλεγε, αλλά επειδή το ένιωθες! Γινόταν κτήμα σου και δεν το έκανες στα τυφλά! Το έκανες επειδή σε έπειθε ότι έτσι πρέπει να γίνουν τα πράγματα. Σου γινόταν βίωμα η πληροφορία του!»

Αν απ’ αυτά τα 13 χρόνια της συνεργασίας σας, μπορείς ξεχωρίσεις μία στιγμή με τον Ομπράντοβιτς που τον χαρακτηρίζει απόλυτα, ποια θα ήταν αυτή;

«Δεν θυμάμαι ποια χρονιά ήταν, αλλά βρισκόμασταν λίγο πριν τα playoffs και κάτι είχε γίνει και είτε δεν παίζαμε καλά, είτε είχαμε κάποια άσχημα αποτελέσματα. Πάμε στην προπόνηση και εκεί που ήμασταν προετοιμασμένοι για δύσκολο δίωρο, μπαίνει στο γήπεδο εμφανώς ευδιάθετος και πριν αρχίσουμε μας λέει: “Λοιπόν μάγκες, για ακούστε με λίγο. Τώρα νομίζουν όλοι ότι είμαστε ντεφορμέ και ότι θα μας… γ@μ@σουνε! Θέλω να σας πω ότι τέτοιες στιγμές γουστάρω, για να τους σκίσουμε εκεί που δεν το περιμένουν!”… Αυτά τα κίνητρα που έβρισκε και ο πολύ ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο τα επικοινωνούσε ήταν “το άλφα και το ωμέγα” της τακτικής του. Το πώς κατάφερνε να “φτιάξει” τους παίκτες και να τους βάλει σε ένα κλίμα μάχης, ήταν πραγματικά μοναδικό και τον χαρακτήριζε. Γενικά η αναζήτηση κινήτρου για το κάθε ματς ξεχωριστά, αλλά ακόμη για την προπόνηση, ήταν η σπεσιαλιτέ του!»

Σε είχε πετύχει ποτέ έξω σε κανένα club για να σε “μαζέψει” όπως είχε συμβεί με άλλους πρώην συμπαίκτες σου;

«Όχι ποτέ! Βέβαια οι περιοχές που συχνάζαμε είχαν μεγάλη απόσταση – εκείνος στο κέντρο, ενώ εγώ στην Γλυφάδα μια ζωή – οπότε αυτό θα ήταν δύσκολο…»

Στις ήττες και τις αποτυχίες πως ήταν;

«Καλύτερα να μην το ζούσαμε αυτό! Αλλά σε γενικές γραμμές, η αντίδρασή του είχε να κάνει με τον τρόπο με τον οποίο ερχόταν μία ήττα ή μία αποτυχία! Δεν είχαμε και πολλές άλλωστε… Συνήθως, πάντως, έδινε βάρος στη θετική πλευρά και στα περιθώρια βελτίωσης που υπήρχαν μέσω της ανάλυσης των λαθών στο video και της σκληρής προπόνησης. Όταν φόρτωνε πολύ, κάτι δεν είχαμε κάνει καλά! Έχουμε ξεκινήσει προπόνηση απόγευμα Τετάρτης και φύγαμε ξημερώματα Πέμπτης, με τις ώρες video που παρακολουθήσαμε! Αλλά βλέπαμε κι εμείς ότι όλα όσα έκανε, είχαν νόημα και ουσία, έπιαναν τόπο!»

Ο Δημήτρης Ιτούδης που ήταν στο πλευρό του σε όλα αυτά τα 13 χρόνια του στον Παναθηναϊκό, φαινόταν από τότε ότι ήταν θέμα χρόνου κάποια στιγμή να κάνει την δική του ξεχωριστή – και όπως αποδείχτηκε άκρως πετυχημένη – πορεία στο υψηλότερο επίπεδο;

«Εννοείται ότι φαινόταν γιατί είχε και προσωπικότητα, πολλές γνώσεις αλλά και την τύχη να δουλεύει μέρα-νύχτα δίπλα του επί σειρά ετών. Για μένα ήταν θέμα χρόνου και άκρως αναμενόμενη η εξέλιξή του.»

Final 4 Θεσσαλονίκης, το 2000;

«Ήταν η ευκαιρία μας! Στην Ελλάδα, σε σχεδόν καταπράσινο γήπεδο και με πολύ καλή ομάδα. Τα καταφέραμε πιο δύσκολα απ’ ότι περιμέναμε και φυσικά δεν μπορώ να ξεχάσω την στιγμή της αποθέωσης του Κάτας στο αεροδρόμιο, όπου τον πετάγανε στον αέρα και οι Έλληνες φίλαθλοι αλλά και οι Ισραηλινοί της πρώην ομάδας του, της Μακάμπι!»

Η εικόνα που σου έρχεται πρώτη ποια είναι;

«Η αγαλλίαση και η ηρεμία μετά την δύσκολη προσπάθεια και τα έντονα συναισθήματα που βγήκαν μέσα στο παρκέ πριν και μετά την απονομή και τα οποία αποτυπώθηκαν από αξέχαστες αγκαλιές με όλους τους συμπαίκτες, τους προπονητές και τους ανθρώπους της ομάδας.»

Ζέλικο Ρέμπρατσα;

«Κι αυτός έγραψε την ιστορία του! Ήταν καταλύτης σε πολλά πράγματα!»

Η αμέσως επόμενη σεζόν είχε το αποτυχημένο Final 4 του Παρισιού για την Suproleague, όπου η Μακάμπι πήρε την ρεβάνς και την κατάκτηση του 4ου σερί τίτλου στην Ελλάδα με τρομερές δικές σου εμφανίσεις στους τελικούς, που σου χάρισαν και το βραβείο του MVP…

«Εκείνο το Final 4 το έχω ψιλοδιαγράψει από την μνήμη, γιατί όπως σου είπα τις αποτυχίες τις διώχνω από τις σκέψεις μου. Οι τελικοί του πρωταθλήματος ήταν μία  δύσκολη και πολύ αγχωτική σειρά αγώνων για μας και θυμάμαι ότι την προηγούμενη μέρα του 5ου ματς, ήμασταν με τον Μπαλογιάννη στο δωμάτιο του ξενοδοχείου και δεν μπορούσα να κοιμηθώ με τίποτε. Τελικά με πήρε ο ύπνος για μερικές ώρες το πρωί, αλλά όταν ξύπνησα ένιωθα πολύ καλά. Πηγαίναμε στο γήπεδο και αισθανόμουν ότι δεν είχα κανένα άγχος και καμία αγωνία για το τι θα συμβεί. Ίσως αυτό να με βοήθησε να παίξω τόσο καλά σε εκείνο το ματς.»

Ο σουτέρ νιώθει από το ζέσταμα του εκάστοτε αγώνα ότι θα βάλει τα σουτ;

«Είναι φορές που το νιώθει από πριν! Από την ψυχολογία της ημέρας, από το πως αισθάνεται στα αποδυτήρια, χωρίς αυτό να σχετίζεται με την προθέρμανση. Είχε να κάνει με το πώς ξυπνάς το πρωί. Για να φτάσουμε στο ζέσταμα και στα πατήματα που έχει ο καθένας, κάνοντας χαλαρά σουτάκια, έχουν προηγηθεί ώρες προπόνησης και επαναληψης. Η αυτοπεποίθηση βγαίνει μέσα από τα χιλιάδες σουτ που κάνει κάποιος. Όσα περισσότερα επιχειρήσει ένας σουτέρ στην προπόνηση, τόσες περισσότερες πιθανότητες έχει για να τα βάλει. Γιατί νιώθει καλά, ξέροντας πόσες φορές έχει επαναλάβει την συγκεκριμένη κίνηση.»

Final 4 του 2002 στην Μπολόνια. Κατά την προσωπική μου άποψη η πιο μεγάλη ευρωπαική επιτυχία του Παναθηναϊκού, από πλευράς δυσκολίας του εγχειρήματος…

«Δεν θα διαφωνήσω γιατί πήγαμε σαν αουτσάιντερ, αλλά και χωρίς άγχος. Σε αυτό βοήθησε πολύ και ο Ζέλικο, βέβαια. Από το να πάμε όλοι μαζί να κάνουμε Ανάσταση σε ορθόδοξη εκκλησία την παραμονή του τελικού και να επιστρέψουμε στο ξενοδοχείο στη μία το πρωί και από το να βρούμε δύο μαγαζιά με μεγάλα νούμερα παπούτσια, που για τους περισσότερους από μας, ήταν δυσεύρετα, μέχρι τον συνολικό τρόπο αντιμετώπισης που δεν είχε την πίεση των προηγούμενων Final 4. Γενικά ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίστηκε ο Ομπράντοβιτς την συμμετοχή μας, συνετέλεσε σε μία σημαντική αποφόρτιση όλων μας και απογείωσε την όρεξή μας για την δύσκολη πρόκληση του ημιτελικού σε πρώτη φάση.»

Περνάτε την Μακάμπι με μεγάλο ματς από Μποντιρόγκα (26π. & 9ρ.) και Μίντλετον (15π. & 5ρ. με 7/8 σουτ) και φτάνετε στον τελικό με αντίπαλο τους διοργανωτές που προέβαλαν ως το μεγάλο φαβορί. Τι σου έχει μείνει;

«Το πόσο αποκάλυψη αποδείχτηκε ο “Λάζος” (σ.σ.: Παπαδόπουλος) σε εκείνο το ματς. Πήρε παραμάσχαλα τους αντίπαλους ψηλούς κι είχε κομβική συνεισφορά.»

Για μας τους απ’ έξω, ήταν η εντυπωσιακή η εμπιστοσύνη που είχε δείξει ο Ομπράντοβιτς σε ένα παιδί 21 ετών…

«Κι εσύ να μην πιστεύεις στον εαυτό σου, που κάτι τέτοιο δεν συνέβαινε με τον “Λάζο”, σε έκανε να νιώθεις ότι είσαι ο κορυφαίος. Όχι μόνο με αυτά που σου έλεγε αλλά και έμπρακτα. Δίνοντάς σου την μπάλα! Δεν στην έδινε τυχαία, δεν ήθελε να χάσει! Για κάποιο λόγο το έκανε. Σε πίστευε και ήξερε ότι μπορείς να κάνεις αυτά που σου έλεγε.»

Τι τίτλο θα έβαζες σε αυτή την επιτυχία;

«Μεγάλη μαγκιά μας! Θυμάμαι ότι γιορτάσαμε με την ψυχή μας στο γήπεδο και μετά τα μαζέψαμε άρον-άρον και γυρίσαμε στην Αθήνα με το τσάρτερ.»

Τι θέση έχει στην δική σου ιεραρχία το συγκεκριμένο Final 4;

«Πιστεύω ότι αυτές οι δύο εμφανίσεις του Παναθηναϊκού στην Μπολόνια ήταν ίσως οι καλύτερες στην ιστορία των Final 4!»

Ντέγιαν Μποντιρόγκα;

«Παιχτάρα και μεγάλη προσωπικότητα κι αυτός, ειδικά μέσα στο παρκέ. Χωρίς να θέλω να αδικήσω κάποιον ίσως είναι ο ξένος με την μεγαλύτερη διάρκεια και προσφορά στον Παναθηναϊκό. Ήταν απλός, δίκαιος και ειλικρινής. Δεν μιλούσε πολύ αλλά όταν χρειαζόταν να πει κάτι το έλεγε και δεν κρυβόταν.»

Ιμπραήμ Κουτλουάι;

«Κύριος και επαγγελματίας! Δέθηκε από την αρχή με όλους και ήταν πολύ άνετος. Όσα χρόνια τον είχαμε στην ομάδα, ήταν ένας από μας!»

Από το ταξίδι στο Τορόντο και την συνάντηση με τον Αντόνιο Ντέιβις μετά από 21 χρόνια, τι θυμάσαι;

«Ήταν πολύ όμορφη στιγμή που ξαναείδα τον Αντόνιο μετά από τόσα χρόνια και θυμηθήκαμε τα παλιά. Πέραν του άλλου πλανήτη στον οποίο σε παραπέμπει ακόμη και ένα φιλικό προετοιμασίας, από εκείνο το ταξίδι δεν θα ξεχάσω την επίσκεψη στους καταρράκτες του Νιαγάρα, που είναι πραγματικά ένα θαύμα της φύσης! Ήταν κάτι που έως τότε είχα δει μόνο στο Discovery Channel! Είδα εικόνες που μου έχουν μείνει ανεξίτηλα χαραγμένες στη μνήμη μου. Μιλάμε για τρισεκατομμύρια παγωμένους όγκους νερού και για τρελούς που έμπαιναν μέσα σε βαρέλια και επιχειρούσαν να διασχίσουν την υδάτινη επιφάνεια. Οι ενενήντα εννιά στους 100 σκοτώνονταν… Γενικά ήταν εμπειρία ζωής!»

Η «μετακόμιση» στα Πατήσια, ο “μπουλντόζας”, το Final 4 στο ΟΑΚΑ και η πράσινη “Dream Team”

Μετά ακολούθησε η διετία στα Πατήσια, λόγω των έργων στο ΟΑΚΑ για τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας. Εκεί γνώρισες τον Μάικ Μπατίστ…

«Άλλος ένας ξένος παίκτης που άφησε το στίγμα του στην ομάδα. Ήρθε για τριάρι, στην πορεία έγινε τεσσάρι και μετά καθιερώθηκε σαν σέντερ! Είχε μόνιμα ορθάνοιχτα τα αυτιά του και ρούφαγε σαν σφουγγάρι τις οδηγίες του coach και αυτό τον μετέτρεψε σε έναν από τους κορυφαίους ψηλούς της Ευρώπης. Μπήκε πολύ βαθιά στα ελληνικά δεδομένα, τον βοήθησε και το εξαιρετικό κλίμα που επικρατούσε στην ομάδα και όλο αυτό, συνετέλεσε στο να κλείσει την καριέρα του με τεράστια προσφορά.»

Πες μας καμία πλάκα με τον “Μπουλντόζα”;

«Είχαμε τις ατάκες μας, αλλά αυτοί ήταν πιο πολύ του playstation, οπότε πού τους έχανες, πού τους έβρισκες, ήταν μόνιμα σε ένα δωμάτιο με ένα χειριστήριο στο χέρι.»

Ντάριλ Μίντλετον;

«Ο Ντάριλ ήταν… Θεός και απίστευτο παιδί! Να φανταστείς ότι μου έλεγε “θα προλάβω και τον γιο σου, θα είμαστε συμπαίκτες”! Και τελικά πρώτα αποσύρθηκα εγώ και μάλιστα ταξίδεψα μέχρι την Ισπανία για δώσω το παρών στην τελετή που του οργάνωσε η πρώτη του ομάδα, η Τζιρόνα με παρουσία απ’ όλες τους συλλόγους των οποίων φόρεσε την φανέλα! Πολύ ωραίος τύπος! Λιγομίλητος, δουλευταράς και πλακατζής με τον τρόπο του. Μπορεί να αργούσε να μιλήσει, αλλά όταν άρχιζε, έκανε την διαφορά.»

Ο Δημήτρης Διαμαντίδης άργησε να βγει μπροστά και να αναλάβει τον ηγετικό ρόλο που ήθελε ο Ομπράντοβιτς…

«Αυτό συνέβη γιατί ήταν ταπεινός χαρακτήρας και είχε ως προτεραιότητα να φτιάξει τους συμπαίκτες του. Είχε ασύλληπτα προσόντα, ήταν γρήγορος και είχε πολύ μακριά χέρια, ενώ ήταν και δουλευταράς. Οι μόνιμοι διαλογοι με τον “Μεγάλο” ήταν: “Γιατί πασάρεις συνέχεια; Θέλω να σουτάρεις περισσότερο και να σκοράρεις”, του έλεγε ο Ζέλικο. “Μα είναι μόνος του στην γωνία!”, απαντούσε ο Μήτσος! “Δεν πειράζει, θέλω να το βάλεις”, ξανά ο Ομπράντοβιτς.

Αυτό για ένα διάστημα γινόταν συνέχεια. Ο αλτρουισμός του ήταν στον μέγιστο βαθμό! Γι’ αυτό τους έκανε όλους καλύτερους! Έγραψε μεγάλη ιστορία γιατί ήταν ένας πολύ ξεχωριστός παίκτης…»

Στην πορεία προσαρμόστηκε στα «θέλω» του “Ζοτς” και σταδιακά άρχισε να αναλαμβάνει και πιο πρωταγωνιστικό ρόλο στην επίθεση…

«Ήταν λογικό γιατί με τα πολλά – δέχτηκε μεγάλη πίεση για να βγει περισσότερο μπροστά – κάποια στιγμή κατάλαβε και ο ίδιος ότι είχε τις δυνατότητες να κάνει πολύ περισσότερα πράγματα, απ’ αυτά που έκανε μέχρι ένα σημείο. Ήθελε τον χρόνο του και βγήκε έτσι όπως του βγήκε…»

Το Final 4 της Μόσχας, το 2005 το θυμάσαι;

«Λίγα πράγματα, αλλά κάτι θυμάμαι! Δεν μας πείραξε τόσο εκείνη η αποτυχία, γιατί η Μακάμπι ήταν πολύ δυνατή και μας είχε νικήσει δίκαια, ενώ εμείς ήμασταν σε μία ανανέωση στην πρώτη χρονιά του Διαμαντίδη…»

Final 4 Αθήνας το 2007;

«Τεράστιο “πρέπει”! Στο γήπεδό μας, μπροστά στον κόσμο μας και με πολλή μεγαλύτερη πίεση απ’ όλες τις προηγούμενες φορές! Όλος αυτός ο κακός χαμός που είχε γίνει με τα εισιτήρια, σε ακουμπάει, δεν γίνεται να μην σε αγγίξει. Είναι μέρος του “προβλήματος”, είχαμε όλα τα άλλα, είχαμε κι αυτό. Καταφέραμε, όμως και ανταποκριθήκαμε σε έναν τελικό με πολύ υψηλό βαθμό δυσκολίας, γιατί η ΤΣΣΚΑ ήταν ομαδάρα με τρομερό Παπαλουκά σε εκείνο το ματς. Αλλά κι εμείς δεν πηγαίναμε πίσω, είχαμε παιχταράδες. Ο πιο σημαντικός παίκτης μας, όμως, ήταν ο κόσμος και γενικά το “καταπράσινο” γήπεδο. Δεν υπάρχουν πολλές έδρες σαν το γεμάτο ΟΑΚΑ.»

Το δικό σου συναίσθημα, που σαν αρχηγός σήκωσες το ευρωπαϊκό μέσα στο σπίτι σου, ποιο ήταν;

«Μεγάλη δικαίωση, από την άποψη ότι το πήραμε και μέσα στο γήπεδό μας! Γιατί κάθε τρόπαιο είναι μοναδικό και ξεχωριστό, με δεδομένο ότι ποτέ δεν ξέρεις τι θα γίνει στο μέλλον, δεν ξέρεις αν θα το ξανασηκώσεις.»

Εικόνα που δεν ξεχνάς;

«Οι έξαλλοι πανηγυρισμοί μέσα στο παρκέ, όπου εισχώρησε πάρα πολύς κόσμος και μέσα από τις φωτογραφίες, προσπαθούσαμε μετά να δούμε ποιος, πού και τι έκανε ο καθένας! Πολλά οικεία πρόσωπα, μία πανέμορφη γιορτή!»

Ραμούνας Σισκάουσκας;

«Αν είχα ακούσει την φωνή του πάνω από 8 φορές, θα μπορούσα να σου πω περισσότερα (γέλια…)! Ήταν ένας τρομερός παίκτης, που ήταν τόσο ήσυχος έξω από τις τέσσερις γραμμές, που περνούσε απαρατήρητος. Αλλά μέσα στο γήπεδο ήταν παιχταράς.»

Η ομάδα του 2009, πολλοί λένε ότι ήταν η ισχυρότερη στην ιστορία του μπασκετικού Παναθηναϊκού. Συμφωνείς;

«Πιστεύω πως ναι και το στηρίζω στον μεγάλο αριθμό ποιοτικών Ελλήνων παικτών, που τότε πλαισίωναν κάποια πολύ μεγάλα ονόματα ξένων, όπως ο Γιασικεβίτσιους, ο Μπατίστ, ο Πέκοβιτς και ο Νίκολας!» 

Τι αναμνήσεις σου έχει αφήσει εκείνη η σεζόν, που άλλωστε ήταν και η τελευταία σου σαν παίκτης;

«Θυμάμαι μία καταπληκτική προσπάθεια στον τελικό με την ΤΣΣΚΑ. Και δική μας αλλά και των… αστάθμητων παραγόντων που πολλές φορές καθορίζουν ένα αποτέλεσμα! Γι’ αυτό και δεν μπορώ να ξεχάσω πόσο εκνευρισμένοι ήμασταν όλοι μετά το τέλος του αγώνα, εξαιτίας της τροπής που παρ’ ολίγον να πάρει το ματς στο τέλος. Όλο αυτό το κλίμα δεν μας άφησε να χαρούμε όσο θα θέλαμε την μεγάλη αυτή νίκη…»

Ποιο “κλικ” σου έρχεται πρώτα στο μυαλό;

«Τα μπουγέλα με τον “αρκούδο” τον Πέκοβιτς και η απίστευτη ανακούφιση στο τέλος, που μετατράπηκε με μεγάλη ευτυχία!»

Αυτό ήταν και το πρώτο Final 4 που δεν ντύθηκες; Πώς βίωσες αυτή την λεπτομέρεια;

«Σαν να ήμουν ντυμένος! Η αγάπη για την ομάδα είναι αγάπη για την ομάδα, δεν επιδέχεται… εκπτώσεων! Ήμουν εκεί με όλη μου την καρδιά! Από μία φωνή, από μία πάσα στο ζέσταμα, οτιδήποτε χρειαζόταν για το σύνολο του οποίου ήμουν μέλος!»

Περίμενες την κίνηση του Διαμαντίδη να σε φωνάξει στην απονομή για να σηκώσετε μαζί το τρόπαιο;

«Καθόλου! Αν την περίμενα ή αν το ήξερα, θα φορούσα και φόρμα της ομάδας για να είμαι στα πράσινα και όχι με τζιν (γέλια…)! Ήταν πολύ συγκινητική στιγμή και σε κάνει να εκτιμήσεις κάποια πράγματα!»

Βασίλης Σπανούλης;

«Τεράστιος δουλευταράς! Παίκτης της προπόνησης μέχρι θανάτου και ηγέτης με άλλον τρόπο και άλλο στυλ παιχνιδιού από τον Μήτσο και νικητής!»

Πίστευες ότι είχε την απαιτούμενη στόφα για να σηκώσει το βάρος της μετακίνησης από το ένα στρατόπεδο στο άλλο και να οδηγήσει τον Ολυμπιακό στις επιτυχίες;

«Και το πίστευα και φάνηκε στην πράξη. Τα έκανε και σε μας, απλά στον Παναθηναϊκό ήμασταν πολλοί και όπως καταλαβαίνεις δεν υπήρχαν πολλές μπάλες! Πήρε μία μεγάλη απόφαση, η οποία όπως αποδείχτηκε και από τα αποτελέσματα στην συνέχεια, του βγήκε.»

Σαρούνας Γιασικεβίτσιους;

«Μπασκετική ιδιοφυία από πλευράς αντίληψης για το άθλημα και συνάμα μεγάλο “τρελοκομείο”! Πολύ ξεχωριστός χαρακτήρας, μέσα στο γέλιο και το καλαμπούρι. Είναι πολύ παθιασμένος με το μπάσκετ και αυτό φαίνεται περισσότερο τώρα που έχει γίνει προπονητής…»

Σου θυμίζει κάπως τον Ζέλικο σαν coach;

«Σε κάποια πράγματα ναι! Δεν είναι εύκολο να έχεις περάσεις από αυτό το σχολείο που συνιστά η συνεργασία με τον Ομπράντοβιτς και να μην έχεις επιρροές ή να μην κρατήσεις συνήθειες. Θέλοντας και μη επηρεάζεσαι…»

Θυμάσαι καμία καλή πλάκα με τον Saras που να λέγεται;

«Με τον Saras μόνο πλάκες θυμάμαι! Αλλά συνήθως γίνονταν μεταμεσονύχτια, οπότε δεν υπάρχει λόγος να βγαίνουν προς τα έξω… Ελπίζω να γίνομαι αντιληπτός…»

Νίκολα Πέκοβιτς;

«Μαζί με τον “Σόφο”, πιστεύω ότι ήταν ό,τι πιο δυνατό έχω συναντήσει σε παίκτη στην καριέρα μου.»


To «τέλος εποχής», ο απολογισμός και τα πρόσωπα που τον «στιγμάτισαν»  

Θυμάσαι την τελευταία φορά που φόρεσες την φανέλα με το νο4; 

«Ήταν μία πολύ τιμητική βραδιά για μένα, άκρως συγκινητική και είμαι ευγνώμων για όλα αυτά τα χρόνια που πέρασα σαν παίκτης αλλά και για τον τρόπο που αποχαιρέτησα το άθλημα. Με την φανέλα που αγάπησα, στο γήπεδο που γνώρισα πανέμορφες στιγμές και μπροστά στον κόσμο της ομάδας!»

Σου ήταν δύσκολο να αποφασίσεις το τέλος; Να πας για τελευταία φορά στο γήπεδο σαν παίκτης και να φύγεις ως πρώην;

«Ήταν εύκολη απόφαση! Όταν δεν μπορείς να είσαι όπως ήσουν, έχεις χτυπήσει τα πόδια σου δύο και τρεις φορές κι έρχεται η στιγμή που καταλαβαίνεις ότι το σώμα σου δεν αντέχει, πώς γίνεται να πας κόντρα; Κάποια πράγματα είναι έτσι! Τώρα αν θέλεις να τα κάνεις αλλιώς, κακό στον εαυτό σου θα κάνεις. Δηλαδή δεν βγάζεις άσπρες τρίχες; Υπάρχει περίπτωση να το αποτρέψεις αυτό; Το τέλος έρχεται μοιραία για όλους και για όλα και ίσως κάποιες φορές μαζί του, αρχίζει κάτι καινούριο. Εγώ είχα την τεράστια τύχη να παραμείνω στον χώρο του μπάσκετ και του Παναθηναϊκού, την”τζούρα” μου από τα αποδυτήρια και τους αγώνες την έπαιρνα, αν και υπήρχαν στιγμές που μου έλλειπαν πολύ τα μεγάλα ματς! Κάποια άλλα ματς δεν μου έλλειπαν καθόλου! Απόλυτα φυσιολογικά πράγματα…»

Σου ήρθε ποτέ να φύγεις από τον Παναθηναϊκό;

«Γιατί να θελήσω να φύγω, ενώ όλοι ήθελαν να έρθουν στην ομάδα μας;»

Το λέω από την άποψη ότι σε μία μακρόχρονη σχέση, κάποιες φορές επέρχεται και μία φθορά…

«Σε μένα δεν ήρθε ποτέ αυτή η φθορά!»

Το εξωτερικό σε απασχόλησε ποτέ;

«Σοβαρά όχι! Απλά κάποια στιγμή προέκυψε ένα ενδιαφέρον από την Τιμσίστεμ Μπολόνια, αλλά δεν υπήρχε κανένας λόγος να του δώσω αξία…» 

Ποιο ματς θα ξαναέπαιζες;

«Είναι πολλά τα ματς που θα ήθελα να ξαναπαίξω, το θέμα είναι ότι δεν μπορώ! Αλλά σίγουρα υπάρχουν κάποια – αρκετά από αυτά της Εθνικής – που μου έχουν αφήσει μία ιδιαίτερη πικρία. Απ’ αυτά με τον Παναθηναϊκό, σίγουρα η ρεβάνς του ημιτελικού με την Στεφανέλ στο Μιλάνο, για το Κύπελλο Σαπόρτα το 1998. Εκείνη η βραδιά ήταν σαν… εφιάλτης! Μετά το παιχνίδι δεν ξέραμε αν αυτό που είχε γίνει, ήταν όνειρο ή πραγματικότητα! Μας είχε πειράξει πολύ αυτός ο αποκλεισμός… Και είναι και κάποιες άλλες ήττες που ο αντίπαλος είχε παίξει καλύτερα, οπότε δίνεις συγχαρητήρια και συνεχίζεις!»

Με την Εθνική ομάδα ποιο ξεχωρίζεις;

«Ένα από τα τελευταία μου στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας! Για την ακρίβεια τον ημιτελικό με την Αργεντινή…»

Εδώ ταιριάζει η ερώτηση για το ποιο σουτ θα ξανάπαιρνες;

«Όλα θα τα ξανάπαιρνα και ίσως και κάποια που ενδεχομένως να μην τα πήρα, ενώ θα έπρεπε…»

Ρωτάω πιο πολύ από την άποψη του σουτ που δεν πάτησες καλά ή δεν έπιασες την μπάλα καλά…

«Ε, τότε το τελευταίο σουτ με την Αργεντινή! Γιατί και αντίστοιχα αυτά που έβαλα, θα μπορούσα κάλλιστα να μην είχα πατήσει καλά ή να μην είχα πιάσει την μπάλα σωστά. Αλλά γι’ αυτό είναι ωραίο το μπάσκετ, γιατί ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να συμβεί και η ιστορία δεν αλλάζει…»

Ποιος ήταν ο αντίπαλος με τον οποίο αισθανόσουν άβολα κι έλεγες στον εαυτό σου ότι “απόψε θα περάσω δύσκολο βράδυ”; Και αγωνιστικά αλλά και ενδεχομένως επειδή δεν σου άρεσε η φάτσα του;

«Αυτό το τελευταίο δεν υπάρχει!»

Πώς δεν υπάρχει; Ανθρώπινο είναι…

«Υπό την έννοια ότι πάντα προσπαθούσα να μην βάζω τα προσωπικά μου μέσα στην ομάδα, γιατί μετά χαλάει το πράγμα… Μπαίνεις στο γήπεδο με μία συγκεκριμένη αποστολή, ανεξαρτήτως ποιος είναι απέναντι σου και είσαι μέλος ενός συνόλου! Για να σου απαντήσω, όμως, αυτό έχει να κάνει και με την φάση στην οποία σε βρίσκει το εκάστοτε ματς. Νιώθεις καλά, είναι το κορμί εντάξει, αισθάνεσαι δυνατός; Όλα αυτά…»

Υπάρχει κάποιο όνομα;

«Πολλά ονόματα υπάρχουν, όχι ένα! Το θέμα ήταν να τους κάνεις εσύ να αισθάνονται άβολα μαζί σου, όχι να νιώθεις εσύ με τους άλλους!»

Υπάρχει ένας προπονητής που δεν δούλεψες μαζί του και θα ήθελες; Που τον έβλεπες απέναντι κι έλεγες μέσα σου, “μου ταιριάζει αυτός”;

«Πώς να ξέρεις ποιος σου ταιριάζει, αν δεν δουλέψεις μαζί του και μάλιστα καιρό μαζί του; Στο σημείο αυτό θα ήθελα να πω ότι είχα την τύχη να συνεργαστώ με προπονητές και ανθρώπους πολύ υψηλού επιπέδου και να πάρω απ’ αυτούς πολλά εφόδια για το μπάσκετ αλλά και για την ζωή μου στο μέλλον και νιώθω πολύ ευτυχισμένος και τυχερός που μπήκα σε αυτή την διαδικασία του επαγγελματικού αθλητισμού και βίωσα τόσες όμορφες στιγμές τόσο με τον Παναθηναϊκό, όσο και με την Εθνική ομάδα.»

Παύλος Γιαννακόπουλος;

«Αν σκεφτείς ότι η διαδρομή μου στο οικογενειακό περιβάλλον του Παναθηναϊκού διήρκεσε 32 χρόνια, θα συνειδητοποιήσεις ότι πρόκειται για πολύ περισσότερο από την μισή μου ζωή. Ο “κύριος Παύλος” είχε το χάρισμα να μετατρέπει την ομάδα σαν μία μεγάλη οικογένεια, να μεταδίδει το πάθος του για τον σύλλογο και να σε κάνει να νιώθεις ασφαλής και σίγουρος.»

Ποια είναι η στιγμή με τον αείμνηστο αναμορφωτή του μπασκετικού Παναθηναϊκού, που δεν θα ξεχάσεις ποτέ;

«Το κλασικό ήταν ότι πρώτα σε ρωτούσε τι κάνεις εσύ και η οικογένειά σου και εν συνεχεία έμπαινε στο μπασκετικό κομμάτι. Αυτό μπορεί να ακούγεται κλισέ, έλεγε πολλά όμως, έτσι; Δηλαδή ξέφευγε από τα όρια της καθαρά επαγγελματικής σχέσης και σου δημιουργούσε μία ζεστασιά και μία σιγουριά! Ότι είμαστε εκεί όλοι μαζί!»

Θανάσης Γιαννακόπουλος;

«Δεν είχε τυχαία το παρατσούκλι “τυφώνας”! Πολύ αυθόρμητος, πολύ εκδηλωτικός, μεγάλη και ωραία τρέλα εντός εισαγωγικών και η οποία παρέσερνε όλους τους υπόλοιπους σε κάτι θετικό.Από περιστατικά πάρα πολλά, τι να πρωτο θυμηθώ;»

Για θυμήσου…

«Αξέχαστο περιστατικό είναι αυτό που θα το θυμόμαστε πάντα. Και αυτό που θα θυμάμαι για πάντα και χαρακτηρίζει και τα δύο αδέλφια, είναι η αγάπη, η αφοσίωση και η επιμονή τους για το καλό της ομάδας.»

Απίστευτοι άνθρωποι;

«Αυτό που σίγουρα θέλω να πω είναι ότι όλη η οικογένεια του ελληνικού μπάσκετ, ήμασταν τυχεροί που αυτοί οι δύο άνθρωποι αγάπησαν το άθλημα και παθιάστηκαν με την ενασχόλησή τους. Γιατί τα οφέλη από την εμπλοκή τους, δεν είχαν αντίκρισμα μόνο στον Παναθηναϊκό, αλλά σε ολόκληρο τον ελληνικό αθλητισμό. Χωρίς αυτούς δεν θα βλέπαμε ούτε τα τεράστια ονόματα που ήρθαν, ούτε θα ζούσαμε τις καταστάσεις που δεν θα μπορούσαμε να φανταστούμε.»

Δημήτρης Γιαννακόπουλος;

«Η συνέχεια της οικογένειας, σε πιο δύσκολες συγκυρίες για το μπάσκετ και τον Παναθηναϊκό. Κι αυτός έχει μεγάλο πάθος και ενέργεια για να συνεχίσει την κληρονομιά του πατέρα του και του θείου του…»

Μάνος Παπαδόπουλος;

«Μεγάλο κομμάτι της ιστορίας του Παναθηναϊκού, ο άνθρωπος που έτρεχε και έφτιαχνε τα πάντα για όλους.»

Θυμάσαι κάτι ξεχωριστό με τον Μάνο;

«Με τον Μάνο ήμασταν 30 χρόνια μαζί. Τα πρώτα 19 σαν παίκτης και εν συνεχεία ως συνεργάτες γύρω από την λειτουργία του αγωνιστικού τμήματος. Η σχέση μας, μετά από κάποια χρόνια, είχε περάσει σε άλλο επίπεδο και είχαμε φτάσει να συνεννοούμαστε με τα μάτια. Πώς να τον χαρακτηρίσω; Ο ίδιος, σε μία συνέντευξη που είχε δώσει πριν κάμποσο καιρό, είχε πει ότι με βλέπει σαν αδελφό. Κάτι αντίστοιχο νιώθω κι εγώ για εκείνον. Τα “τρώγαμε” όλα μαζί, χαρές, λύπες, δυσκολίες, ιστορίες, ήμασταν εκεί για όλους από ένα σημείο και μετά…»

Αξέχαστο περιστατικό; 

«Οι ατελείωτες ώρες στο lobby μετά από αγώνες και οι ατέρμονες συζητήσεις, που συνήθως ήταν πιο έντονες μετά από ήττες!»


Το επάγγελμα «σουτέρ» και η παραμονή στην «πράσινη» οικογένεια και το τέλος του Ομπράντοβιτς

Το σουτ είναι χάρισμα και ταλέντο που βελτιώνεται με την σκληρή δουλειά;

«Τα πάντα βελτιώνονται με την δουλειά! Δεν υπάρχει δεν το ‘χω, υπάρχει δεν το δουλεύω. Μέχρι ένα σημείο, βέβαια… Από ‘κει και πέρα, μπορείς να διαπιστώσεις – ακόμη και σε πολύ μικρά παιδιά – ότι κάποιοι έχουν ένα ιδιαίτερο ταλέντο σε κάτι. Κάποια παιδάκια βάζουν την μπάλα στο καλάθι πιο εύκολα από κάποια άλλα, τους είναι πολύ πιο εύκολο. Στην δική μου την περίπτωση κι εμένα το σουτ, μου φαινόταν πολύ εύκολο σε σχέση με κάποια άλλα πράγματα. Αυτό δεν σημαίνει ότι το άφησα αδούλευτο. Η δουλειά που έριχνα καθημερινά ήταν πολύ σκληρή, μιλάμε για πολλές χιλιάδες σουτ στην προπόνηση όλα αυτά τα χρόνια!»

Σου ήταν εύκολο να γυρίσεις τον διακόπτη και από παίκτης να γίνεις εν μία νυκτί team manager;

«Ευκολότερο από όσο περίμενα. Ίσως γιατί δεν άλλαξε η καθημερινότητά μου, εκτός του ότι δεν έκανα προπόνηση και δεν έπαιζα αγώνες. Στα αποδυτήρια και στις προπονήσεις ήμουν, στα παιχνίδια πήγαινα, οπότε δεν μου έλλειψε η ατμόσφαιρα…»

Σούταρες καθόλου μετά τις προπονήσεις, προκαλούσες κανέναν για αυτά τα  περίφημα στοιχήματα λίγο πριν τις τελικές διατάσεις;

«Πώς δεν σούταρα; Άλλωστε αυτό ήταν μία συνήθεια ετών που ήθελες, δεν ήθελες τη συνέχιζες. Τα στοιχήματα, άλλωστε, ήταν πάντα στην ημερησία διάταξη και μάλιστα για πολλά χρόνια. Στο πλαίσιο της χαλάρωσης μετά την προπόνηση.»

Να υποθέσω ότι ακόμη και μετά που αποσύρθηκες, κέρδιζες αρκετά συχνά;

«Σωστά υποθέτεις (γέλια…)!»

Final 4 Βαρκελώνης. Το 2011 που τα σηκώσατε όλα και ήταν το πρώτο σου ευρωπαϊκό σαν team manager…

«Δεν είχαν να κάνουν σε τίποτε οι ταμπέλες! Ήμασταν ένα πολύ ενωμένο σύνολο και κανένας δεν ασχολιόταν με την ιδιότητά του. Όλοι μας ζούσαμε και αναπνέαμε για έναν κοινό σκοπό. Ό,τι αγωνία περνούσα σαν παίκτης, την ίδια ένιωθα και όταν ήμουν απ’ έξω. Το ίδιο και περισσότερο με τις χαρές!»

Τι σου έχει μείνει από εκείνο το άκρως επιτυχημένο τριήμερο;

«Έχουν δει τα μάτια μου τόσα πολλά, που οι δικές μου οι θύμησες είναι λίγο διαφορετικές από εκείνες που ενδεχομένως να θέλει να διαβάσει ο κόσμος. Τι να σου πω; Ότι είχαμε πάρει ένα ταξί με τον Φίλιππα Συρίγο για να βγούμε live από ένα τηλεοπτικό studio στην Βαρκελώνη και φρέναρε κάποια στιγμή απότομα ο ταξιτζής και κόλλησε ο συγχωρεμένος στο μπροστινό τζάμι; Από μέσα στο παρκέ, θυμάμαι την χαρακτηριστική εικόνα της ανοιχτής αγκαλιάς του Ομπράντοβιτς για να κλείσει μέσα τον Διαμαντίδη! Αυτή η στιγμή ήταν όλο το Final 4!»

Από το 2012 στην Κωνσταντινούπολη, τι θυμάσαι; 

«Ότι μας είχε πειράξει πολύ που δεν παίξαμε στον τελικό!»

Είχε επηρεάσει τότε την ομάδα, η φημολογία που είχε κυκλοφορήσει πριν το Final 4 και ήθελε τον Ομπράντοβιτς να διανύει τις τελευταίες του μέρες στον Παναθηναϊκό;

«Υπήρχε πράγματι σαν φήμη, αλλά δεν θεωρώ ότι η ομάδα αποσυντονίστηκε από όλο αυτό. Άλλωστε δεν θα το επέτρεπε και ο ίδιος ο Ζέλικο…»

Πώς εισέπραξες εσύ την αποχώρησή του;

«Ως το τέλος μίας λαμπρής εποχής 13 ετών, γιατί όλα τα πράγματα στην ζωή κάνουν πάντα ένα κύκλο και που στην προκειμένη περίπτωση συνέβη με έναν διαφορετικό τρόπο.»

Ήταν μία εξέλιξη που εσύ προσωπικά την περίμενες;

«Δεν ξέρω αν την περίμενα, αλλά από ένα σημείο και μετά είχε αρχίσει και φαινόταν ότι το πράγμα πάει προς το τέλος.»

Πώς το βίωσες;

«Όπως όλοι οι άνθρωποι που τον ζήσαμε από κοντά! Εντάξει 13 χρόνια είναι πολλά, μία ζωή ολόκληρη. Θέλοντας και μη μπαίνεις σε μία καθημερινότητα, σε μία συνήθεια, σε μία κατάσταση που όσο και αν σε πειράζει και σε ενοχλεί, έφτασε στο τέλος της. Οπότε έπρεπε να την αποδεχθούμε και να συνεχίσουμε…»

«Σταθήκαμε στα πόδια μας μετά την φυγή του Ομπράντοβιτς, γιατί είμαστε Παναθηναϊκός!»

Η μετά Ομπράντοβιτς εποχή ήταν δύσκολη;

«Ήταν μία δύσκολη πραγματικότητα στην οποία έπρεπε να προσαρμοστούμε όσο πιο γρήγορα γινόταν! Αλλά σταθήκαμε στα πόδια μας, γιατί είμαστε Παναθηναϊκός, έχουμε πολύ κόσμο δίπλα μας και σε όλα αυτά τα χρόνια μάθαμε να κοιτάμε μόνο ψηλά. Ό,τιδήποτε άλλο δεν μας ταίριαζε! Άσχετα αν ήταν εύκολο ή δύσκολο άσχετα αν οι συνθήκες – τα οικονομικά ή τα κοινωνικά δεδομένα το επέτρεπαν ή όχι – η διάθεση και ο στόχος θα είναι πάντα η κορυφή!»

Η συνεργασία με τον Αργύρη Πεδουλάκη πώς ήταν; Ήσασταν συμπαίκτες στην αρχή της καριέρας σου, στην συνέχεια συνεργάτες και μετά τον διαδέχτηκες και ως υπηρεσιακός προπονητής (2014)…

«Αυτή η συγκυρία ήταν από τις πιο περίεργες που προκύπτουν στην ζωή καμιά φορά. Η συνεργασία – ειδικά τα πρώτα χρόνια – ήταν πολύ καλή και πετυχημένη. Το κομμάτι της διαδοχής του στην τεχνική ηγεσία ήταν ένα τετράμηνο στο οποίο γέμισα από εμπειρίες και σίγουρα είχε πολύ ενδιαφέρον για μένα… Γιατί μου ήταν άγνωστο και προσπάθησα σκληρά για να ανταποκριθώ στον ρόλο…»

Περίμενες ποτέ ότι θα σου συνέβαινε κάτι τέτοιο;

«Ποτέ δεν το φανταζόμουν! Αλλά έβαλα κάτω τα δεδομένα της στιγμής και πίστεψα πολύ στα παιδιά εκείνης της ομάδας. Αν δεν είχα αισθανθεί έτσι, δεν θα αποδεχόμουν την πρόταση…»

Το ότι δεν ήσουν προπονητής σε επηρέασε αρνητικά; Ή μπήκες στην διαδικασία να λειτουργήσεις περισσότερο ως διαχειριστής;  

«Μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, προσπάθησα να αξιοποιήσω όσες γνώσεις είχα αποκτήσει στον χώρο σαν παίκτης που είχα συνεργαστεί με μερικούς σπουδαίους προπονητές και να λειτουργήσω όσο περισσότερο γίνεται εμπειρικά. Κοινώς, φρέσκαρα τα βιώματα που είχα και επικεντρώθηκα περισσότερο στο κομμάτι της ψυχολογίας.»

Μου δίνεις ωραία πάσα για να σε ρωτήσω την γνώμη σου για τους προπονητές με τους οποίους συνεργάστηκες μετά το τέλος της καριέρας σου ως παίκτης. Ντούσκο Ιβάνοβιτς;

«Πολύ κοντά στην λογική του Μπόζα (σ.σ.: Μάλκοβιτς). Πολλή μεγάλη έμφαση στην δουλειά και στην πειθαρχία. Απίστευτος θιασώτης της προπόνησης, μέχρι εκεί που δεν παίρνει…»

Σάσα Τζόρτζεβιτς;

«Ένας προπονητής με μεγάλες αγωνιστικές παραστάσεις που είχε πολύ καλή σχέση με τους παίκτες του και που η αξία του αναγνωρίστηκε όταν έφυγε από τον Παναθηναϊκό και πήρε πρωτάθλημα με την Βίρτους Μπολόνια και την Φενερμπαχτσέ.»

Τσάβι Πασκουάλ;

«Παλιά καραβάνα! Ένας πανέξυπνος άνθρωπος, κύριος και μεγάλος γνώστης του μπάσκετ. Πολύ καλός προπονητής!»

Ρικ Πιτίνο;

«Θρύλος! Θεός! Η αρχή ήταν συναρπαστική, γιατί πραγματικά έφερε έναν αέρα ανάμεσα σε κολεγιακό πρωτάθλημα και ΝΒΑ, μία αμερικανική κουλτούρα και πολλά καινοτόμα πράγματα, που ακόμη για όσους από μας είχαν δει αρκετά πράγματα τα μάτια μας, ήταν πρωτόγνωρα. Εκπληκτικός ρήτορας που έδινε τρομερό κίνητρο στους παίκτες με τους λόγους του! Το θυμάμαι κι ανατριχιάζω! Πήγαινες στην γωνία για να συγκρατήσεις τα δάκρυά σου…»

Όντεντ Κάτας;

«Έχει ένα δικό του πολύ διαφορετικό στυλ, πολύ προσιτό στους παίκτες και πιστεύω ότι θα προοδεύσει στην προπονητική. Και φυσικά ένα παιδί με το οποίο περάσαμε πολλά μαζί σαν συμπαίκτες.»

Μετάνιωσες που μαζί με τον Διαμαντίδη, πήρατε την απόφαση να τον απομακρύνετε στο τέλος της πρώτης σας σεζόν ως general managers;

«Αν ξέραμε το μέλλον, ίσως να πράτταμε διαφορετικά! Αλλά κανείς μας δεν μπορεί να προβλέψει τι θα γίνει την επόμενη μέρα. Το μόνο για το οποίο μπορώ να σε διαβεβαιώσω είναι ότι όλες μας οι κινήσεις είχαν καλή πρόθεση και με προοπτική το καλύτερο για την ομάδα. Και πόσω μάλλον σε μία ομάδα στην οποία υπάρχουν απαιτήσεις και στόχοι και στην οποία ο πρωταθλητισμός και οι τίτλοι είναι μέρος της καθημερινότητας. Υπό αυτές τις συνθήκες και από την στιγμή που δεν υπάρχουν πολλές επιλογές, τα πράγματα δυσκολεύουν.»

Δημήτρης Πρίφτης;

«Ήρθε σε μία πολύ δύσκολη συγκυρία και εποχή για την ομάδα και δυστυχώς λόγω και των οικονομικών δυσχερειών, δεν μπόρεσε να βγάλει την πραγματική του αξία και τον καλύτερό του εαυτό.»

Τι άλλαξε σε αυτούς 21 μήνες που διετέλεσες general manager σε σχέση με τον ρόλο που είχες στον Παναθηναϊκό αμέσως μετά το τέλος της καριέρας σου σαν παίκτης; Είχατε μεγαλύτερη ευθύνη;

«Έτσι το αντιλαμβανόμαστε εμείς (σ.σ. εννοεί με τον Δημήτρη Διαμαντίδη)! Αλλά δυστυχώς το να θέλεις και να μην μπορείς, είναι το πιο δύσκολο απ’ όλα. Το να θέλεις και να μην έχεις την δυνατότητα να κάνεις κάποια πράγματα παραπάνω, το να μην είναι όλα στα χέρι σου.»

Αναφέρεσαι στον περιορισμό που είχατε λόγω της εξίσωσης «έσοδα-έξοδα», μετά την απόφαση του μεγαλομετόχου να απέχει; 

«Ακριβώς! Δεν μπορούσαμε να κάνουμε πολλά πράγματα. Αλλά ήταν μία πραγματικότητα σεβαστή!»

Τι έμαθες στους τελευταίους μήνες της θητείας σου στον Παναθηναϊκό;

«Ότι όλα είναι μέσα στην ζωή και τα πάνω και τα κάτω! Κάνουν τον κύκλο τους, φεύγουν και έρχονται και το κυριότερο, πόσο αγαπάω αυτή την ομάδα. Γιατί στις επιτυχίες, στους τίτλους, στα επινίκια και τους πανηγυρισμούς, είναι όλα εύκολα. Η δυσκολία προκύπτει όταν τα πράγματα δεν πάνε καλά κι εκεί είναι που συνειδητοποιείς το βάθος του συναισθήματος.»

Πώς προέκυψε αυτή η περιβόητη ατάκα «στις χαρές και τις λύπες μαζί», τα πνευματικά δικαιώματα της οποιας – τρόπον τινά – σου ανήκουν;

 «Είναι μία πραγματικότητα που την συνειδητοποιείς ακόμη πιο πολύ όταν δένεσαι τόσο πολύ με κάτι. Όταν κάτι δεν είναι περαστικό και γίνεται η ζωή σου, πιο φυσιολογικό πράγμα δεν υπάρχει… Άλλωστε η ζωή είναι γεμάτη χαρές και λύπες και αυτή η αλληλεπίδραση σε “δένει” περισσότερο.»

Σε πίκρανε ο τρόπος και οι συνθήκες μέσα από τις οποίες αποχώρησες από την ομάδα μετά από 32 χρόνια;

«Ήταν καθαρά μία προσωπική απόφαση. Όλα τα πράγματα στην ζωή κάνουν έναν κύκλο ή μπαίνουν σε μία παρένθεση. Δεν μπορούμε να ξέρουμε ποτέ τι θα γίνει στο μέλλον. Την δεδομένη στιγμή έκρινα, το καλύτερο θα ήταν να ηρεμήσουμε όλοι, να αφήσουμε την ομάδα να κάνει το επόμενο βήμα και να δούμε που θα καταλήξουν τα πράγματα.»

Να το θέσω διαφορετικά. Έφυγες επειδή απομακρύνθηκε ο βασικότερος συνεργάτης σου (Διαμαντίδης) και δύο από τις βασικές επιλογές σας (Πρίφτης και Παππάς);

«Να στο πω κι εγώ διαφορετικά. Το καλοκαίρι του 2020 αναλάβαμε κάτι όλοι μαζί και θεώρησα σωστό να αποχωρήσω μαζί τους, για να ηρεμήσουν τα πράγματα και για το καλό όλων μας. Και της ομάδας και το δικό μου!»

Δεν μου είπες, όμως, αν χαλάστηκες… Σε ανθρώπινο επίπεδο σε ρωτάω…

«Σε καμία περίπτωση! Έχω ζήσει απίστευτα χρόνια και τόσο αδιανόητες στιγμές στον Παναθηναϊκό, που σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσα να πω ότι έφυγα πικραμένος. Δεν θα μπορούσα ποτέ να έχω απωθημένα.»

Κεφάλαιο Εθνική ομάδα

«Δεν το λέω για να το πω, ούτε είναι κλισέ επειδή το λένε όλοι! Έτσι είναι και θα είναι, όσα χρόνια κι αν περάσουν. Η κάθε συμμετοχή στην Εθνική ομάδα είναι κάτι το ξεχωριστό, από την πρώτη μέχρι και την τελευταία. Ακόμη και αν μετά από κάποιες συμμετοχές, έχεις καθιερωθεί και ίσως να το θεωρείς δεδομένο, η χαρά και η τιμή που νιώθεις είναι πάντα το ίδιο μεγάλη και μοναδική. Ειδικά οι πρώτες προσκλήσεις στις μικρές Εθνικές ομάδες, αποτελούν την πραγμάτωση ένος παιδικού ονείρου. Είναι μία τρέλα! Έχω τις καλύτερες αναμνήσεις και από την παίδων και από την εφήβων και από την ελπίδων και φυσικά μετέπειτα από την ανδρών, που είναι το επιστέγασμα της προσπάθειας.»

Ισχύει ότι αυτή η σύνδεση με την Εθνική ομάδα, ισοδυναμεί με μία σχέση ζωής με ανθρώπους με τους οποίους μεγαλώνεις μαζί και που καθορίζει σε έναν βαθμό και την ζωή σου;

«Εννοείται και αυτό βέβαια σε μικρότερο βαθμό ισχύει και με τις ομάδες. Απλά στην Εθνική υπάρχει ένα κοινό χρώμα για όλα τα μέλη της και αντιπροσωπεύεις μία ολόκληρη χώρα. Όλη αυτή η πορεία ήταν ένα απίστευτο ταξίδι και αυτή εναλλαγή των διοργανώσεων ανά διετία, με πανευρωπαϊκά, παγκόσμια και ολυμπιάδες, ήταν κάτι το μαγικό και με έχει γεμίσει με τρομερές αναμνήσεις. Ειδικά η συμμετοχή στους Ολυμπιακούς Αγώνες, ήταν για μένα κάτι το φανταστικό! Μία ανεπανάληπτη εμπειρία που ήμουν τυχερός να ζήσω δύο φορές! Ένας οργασμός του αθλητισμού, με χιλιάδες αθλητές στο ολυμπιακό χωριό απ’ όλες τις γωνίες του κόσμου και απ’ όλα τα αθλήματα, μία ξεχωριστή εμπειρία που ο κάθε αθλητής πρέπει να έχει ως στόχο να ζήσει.»

Από το Πανευρωπαϊκό του 1991 στην Θεσσαλονίκη τι θυμάσαι;

«Την ήττα μας στον τελικό από την Ιταλία και την μεγάλη στενοχώρια μας, καθώς και τις πρώτες φιλίες που είχα κάνει τότε με κάποιους Ιταλούς παίκτες, με τους οποίους επικοινωνούσαμε για κάποια χρόνια αλλά στην συνέχεια χαθήκαμε.»

Το αμέσως επόμενο καλοκαίρι (1992), έπαιξες στην Εφήβων και την Νέων…

«Από το τουρνουά της εφήβων που έγινε στην Ουγγαρία και βγήκαμε 4οι, δεν θυμάμαι πολλά πράγματα. Από το Πανευρωπαϊκό των Νέων, έχω περισσότερες αναμνήσεις γιατί έγινε στην Ελλάδα και είχε αρκετά μεγάλη προβολή. Τότε ήμουν ο πιο μικρός της ομάδας και δεν έπαιζα πολύ, οπότε βίωσα την όλη κατάσταση λίγο πιο χαλαρά.»

Από το πρώτο Eurobasket με την ανδρών (1995), σίγουρα θα έχεις πολλές αναμνήσεις…

«Κοίτα, στο Eurobasket του 1995 και στο Μουντομπάσκετ του 1998 που έγιναν και τα δύο στην Αθήνα, επικρατούσε ένα πραγματικό πανδαιμόνιο και όλοι μας ζήσαμε και τις δύο διοργανώσεις πολύ έντονα. Το ενδιαφέρον του κόσμου ήταν πάρα πολύ μεγάλο, τα γήπεδα ήταν γεμάτα, ενώ ακόμη και η κινητοποίηση της αστυνομίας σε κάθε μετακίνηση της ελληνικής αποστολής ήταν πρωτόγνωρη. Να φανταστείς ότι μέχρι και ελικόπτερο μας ακολουθούσε!»

Να το πούμε απλά… Απολαμβάνατε τιμές που συνήθως αντιστοιχούν σε αρχηγούς κρατών;

«Κάπως έτσι! Ζούσαμε στο επίκεντρο μίας μπασκετικής φρενίτιδας ή για την ακρίβεια ήμασταν οι πρωταγωνιστές της.»

Ποιο είναι το ματς που σου έχει μείνει περισσότερο;

«Τώρα που γυρίζω τον χρόνο πίσω, θυμάμαι πιο έντονα την ατυχία που είχαμε στο Πανευρωπαϊκό του 1999 στην Ντιζόν, που ενώ είχαμε πραγματικά καλή ομάδα τότε, αναγκαστήκαμε να παίξουμε με μείον τέσσερις-πέντε σημαντικούς παίκτες.»

Ήμουν εκεί και σε θυμάμαι σαν τώρα, την παραμονή της πρεμιέρας με την Γερμανία να βγαίνεις από το γήπεδο με μπανταρισμένο το γόνατο και τον Ιωαννίδη, που ήταν τεχνικός σύμβουλος του Πετρόπουλου, τότε, να βρίζει θεούς και δαίμονες…

«Δεν είχα χτυπήσει μόνο εγώ τότε. Στην προετοιμασία είχαμε χάσει τον Λιαδέλη με σοβαρό τραυματισμό στο Ακρόπολις (σ.σ. ρήξη χιαστού), ενώ ήταν χτυπημένοι ο Οικονόμου με τον Ρεντζιά. Ήταν μεγάλη στενοχώρια εκείνο το τουρνουά.»

Το ματς στο οποίο έκανε ρεκόρ καριέρας στο σκοράρισμα με τη «γαλανόλευκη» το θυμάσαι;

«Νομίζω στο Περιστέρι ήταν, απέναντι στην Ισπανία για τα προκριματικά του Eurobasket του 2003!»

Οι δικές μου οι σημειώσεις λένε ότι ήταν οι 30 πόντοι που έβαλες στο ματς με την Δανία στην Λιβαδειά (σ.σ.: 103-63)…

«Πραγματικά δεν το θυμάμαι αυτό το ματς, ίσως γιατί είχαμε νικήσει με πολύ μεγάλη διαφορά…»

Ωραιότερη στιγμή με το εθνόσημο;

«Η τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων στην Ατλάντα αλλά και στην Αθήνα. Απλά η πρώτη φορά είναι πάντα ξεχωριστή.»

Τι θυμάσαι από την πρώτη ολυμπιακή εμπειρία;

«Και τι δεν θυμάμαι; Ένα τεράστιο ολυμπιακό χωριό, οι εσωτερικές μετακινήσεις γίνονταν με τρενάκι, οι προπονήσεις γίνονταν πάρα πολύ πρωινές ώρες και γενικά το πρόγραμμα ήταν τελείως διαφορετικό σε σχέση με όλα όσα είχαμε συνηθίσει στις αποστολές των ομάδων μας. Γινόταν ένας απόλυτος χαμός, μία τεράστια γιορτή και υπό αυτές τις πρωτόγνωρες συνθήκες, έπρεπε να συγκεντρωθείς για να πετύχεις τον στόχο σου.»

Στην Αθήνα;

«Εδώ τα πράγματα ήταν πιο ήσυχα παρ’ ότι πάλι μέναμε στο Ολυμπιακό Χωριό, αλλά μου άρεσε η απογευματινή φάση στα παγκάκια και οι συζητήσεις και οι ανταλλαγές απόψεων με αθλητές από άλλα αθλήματα και άλλες χώρες. Υπήρχε ένας μεγάλος πεζόδρομος και εκεί μαζευόμασταν όλοι, λες και πηγαίναμε στο Σύνταγμα!»