Γκιστ: «Ο Διαμαντίδης μου θύμιζε στον τρόπο δουλειάς τον Τζινόμπιλι – Οικογένεια ο Παναθηναϊκός»

Ο Τζέιμς Γκιστ μίλησε στο SDNA για όσα έζησε στην Ελλάδα και τον Παναθηναϊκό, την πορεία του στην Ευρώπη ενώ μίλησε και για το νέο κεφάλαιο στην καριέρα του με την Μπαχτσεσεχίρ.

Αναλυτικά:

Στο σημείο που βρίσκεσαι τώρα, πώς προσεγγίζεις την καριέρα σου;

«Έχω την ίδια νοοτροπία όλη την καριέρα μου, για μένα το θέμα είναι η νίκη. Δουλεύω σκληρά με το σώμα μου και προσέχω τον εαυτό μου για να παίζω κι άλλη σεζόν. Η προσέγγισή μου είναι να βοηθάω την ομάδα όπου χρειάζεται. Να είμαι ένας ομιλητικός τύπος στα αποδυτήρια και να φέρνω εμπειρία. Είναι πράγματα που έχω μάθει για να γίνομαι καλύτερος. Είναι πράγματα που θέλω να βοηθήσω τους νέους συμπαίκτες μου που είναι νέοι και χωρίς εμπειρία. Εγώ θέλω να είμαι ο βετεράνος που θα τους βοηθάει. Αυτός είναι ο ρόλος μου και ο τρόπος που προσεγγίζω τα πράγματα».

Την φετινή σεζόν στην Μπαχτσεσεχίρ, ποιος είναι ο στόχος σου. Τι θες να αποδείξεις με την παρουσία σου στο παρκέ;

«Θέλω να κερδίσω. Αυτός είναι πάντα ο στόχος μου. Οι ατομικοί στόχοι μου έχουν να κάνουν με το πώς να βοηθήσω την ομάδα να κερδίζει. Θα παίξω για πρώτη φορά στο BCL, οπότε κατά κάποιο τρόπο είμαι rookie τώρα. Θέλω να βοηθήσω την ομάδα να κερδίσει. Μπορούμε να φτιάξουμε κάτι ξεχωριστό. Σίγουρα μπορούμε να διεκδικήσουμε έναν τίτλο φέτος και να έχουμε εξαιρετική πορεία».

Έχοντας εμπειρίες από το κορυφαίο επίπεδο της Ευρώπης, νιώθεις να είσαι και μέντορας για τους συμπαίκτες σου;

«100%. Είμαι αρκετά τυχερός να παίζω 15 χρόνια ως επαγγελματίας, να έχω για προπονητές μερικούς από τους καλύτερους και να παίζω σε μερικές από τις μεγαλύτερες ομάδες της Ευρώπης. Μπορώ να δώσω πληροφορίες στους συμπαίκτες μου και αυτό είναι το κλειδί. Όταν ο συμπαίκτης έχει τη διάθεση να ακούσει και να μάθει αυτό είναι πολύ καλό. Είναι δώρο. Όταν χρησιμοποιείς αυτό το δώρο είναι πολύ σημαντικό. Αν μπορώ να βοηθήσω κάποιον να πετύχει στην καριέρα του είναι αρκετό για μένα. Να βλέπω τους συμπαίκτες μου να προοδεύουν, μου δίνει ικανοποίηση».

Σχετικά με την καριέρα σου, για πόσο διάστημα θεωρείς πως θα είσαι ενεργός στα παρκέ;

«Όλοι λένε για τα prime χρόνια τους, που είναι μεταξύ 26 και 32. Εγώ νιώθω ότι είμαι ακόμα στα prime μου. Ακόμα μπορώ να παίξω, να είμαι ανταγωνιστικός στο υψηλότερο επίπεδο να παλεύω και να κερδίζω. Ίσως να έχω 2-3 χρόνια ακόμα αλλά για μένα είναι από σωματικής πλευράς μπορούν να είναι περισσότερα».

Ο Τομ Μπρέιντι και το πώς παίζει σε υψηλό επίπεδο στα 45 του χρόνια είναι παράδειγμα για σένα;

«Ο Τομ Μπρέιντι είναι ένα μοναδικό άτομο. Έχει κερδίσει τόσους τίτλους και η γνώση του για το παιχνίδι είναι τρομερή. Δεν θα έβαζα τον εαυτό μου σε σύγκριση μαζί του, αλλά δεν θα έφευγα από κάτι που πραγματικά αγαπάω. Δεν φεύγεις από κάτι που αγαπάς. Αν τελειώσει αυτός από το football, απλά δεν θα ασχοληθεί ξανά, δεν θα κάνει άλλη καριέρα. Ακόμα μπορεί να κερδίσει, το έχει αποδείξει. Κάνει την ομάδα καλύτερη. Είναι σίγουρα μια κατάσταση που παρακολουθώ, αν και δεν θα την έφερνα ως παράδειγμα».

Μέχρι πέρυσι αγωνιζόσουν στην Euroleague με την Βιλερμπάν. Παίζοντας στο κορυφαίο επίπεδο της Ευρώπης, ποιο είναι το μάθημα που έχεις πάρει όλα αυτά τα χρόνια;

«Από το 2010 όταν και αγωνίζομαι στην Euroleague αυτό που Ελπίζω η περσινή σεζόν στην Βιλερμπάν να μην είναι η τελευταία μου στη διοργάνωση γιατί μου αρέσει να παίζω στην Euroleague και σε πολύ υψηλό επίπεδο. Αυτό που έχω μάθει είναι ότι πρέπει να είσαι συγκεντρωμένος σε όλο το παιχνίδι. Είναι τρομερά απαιτητική σε όλα τα επίπεδα. Αν δεν είσαι συγκεντρωμένος για 2 λεπτά, χάνεις το παιχνίδι. Όταν βλέπεις το ΝΒΑ βλέπεις τα αθλητικά προσόντα και οι κορυφαίοι παίκτες ανεβάζουν την απόδοσή τους στα πλέι οφ. Στην Ευρωλίγκα από το ξεκίνημα της σεζόν παίζεις σε φουλ ρυθμό. Στην Ευρώπη κάθε παιχνίδι έχει ένταση. Αυτό έχει διαφορά. Στην Αμερική το βλέπεις σε συγκεκριμένα παιχνίδια. Στην Αμερική έχεις 48 λεπτά αγώνα, στην Ευρώπη έχει 40 λεπτά και λιγότερες, αλλά πιο σημαντικές κατοχές. Πρέπει να είσαι πνευματικά δυνατός να παίζεις στην Ευρώπη. Χρειάζεται πολύ συγκέντρωση εδώ».

Στα επτά χρόνια στον Παναθηναϊκό φτάσατε αρκετές φορές κοντά στο Final 4, αλλά δεν τα καταφέρατε. Είναι κάτι που λείπει από την καριέρα σου;

«100%! Είμαι ανταγωνιστικός και διψάω για νίκες και πάντα παίζω για τη νίκη στο υψηλότερο επίπεδο. Χάνοντας την ευκαιρία να πάω στο Final 4 είναι κάτι που σκέφτομαι πάντα, γιατί το θέλω πολύ και ένιωθα ότι το άξιζε η ομάδα μου. Μικρές λεπτομέρειες έκαναν τη διαφορά. Φτάσαμε αρκετές φορές σε Game 5 για πρόκριση στο Final 4 αλλά δεν τα καταφέραμε. Με την Μπάγερν φτάσαμε σε Game 5 με την Αρμάνι Μιλάνο. Αν κερδίζαμε το Game 1 εκείνη τη σεζόν με την Μπάγερν, δεν θα υπήρχε Game 5. Επίσης θυμάμαι το Game 4 με την Μπαρτσελόνα, που είχε 30.000 κόσμο στο ΟΑΚΑ. Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτό το συναίσθημα. Χάσαμε την ευκαιρία στην Αθήνα. Ήταν τρελό. Στην Βαρκελώνη χάσαμε για 2 κατοχές. Μικρές λεπτομέρειες μας κράτησαν εκτός Final 4. Όσο το σκέφτομαι τόσο περισσότερο θέλω να πάω στο Final 4. 

Κοιτάζοντας πίσω, ποια ήταν η μεγαλύτερη χαμένη ευκαιρία που θυμάσαι;

«Θα έλεγα ότι ήταν ανάμεσα στη σειρά της Μπάγερν Μονάχου, που θα γινόμασταν η πρώτη γερμανική ομάδα σε Final 4 Euroleague και αξίζαμε τότε να είμαστε στο Final 4, με την πρώτη μου σεζόν στον Παναθηναϊκό και τη σειρά με την Μπαρτσελόνα. Ήταν κάτι που δεν περίμενα. Ήταν όλες νέες εμπειρίες για μένα. Εκείνη τη στιγμή ήταν τρομερή αίσθηση να παίζω με τον Λάσμε, τον Διαμαντίδη, τον Σοφοκλή. Ζήσαμε τη στιγμή και είχαμε σπουδαία πορεία. Αν περνούσαμε την Μπαρτσελόνα θα παίρναμε την Euroleague! Τότε την πήρε ο Ολυμπιακός. Στους τελικούς του πρωταθλήματος όμως τους κερδίσαμε με 2 μπρέικ στο ΣΕΦ. Εκείνες οι δύο θα έλεγα ότι ήταν οι πιο μεγάλες ευκαιρίες. Το ’13 είχαμε κερδίσει και Ολυμπιακό και Ρεάλ και είχαμε αυτοπεποίθηση πως θα τα καταφέρναμε».

Αναφέρθηκες στον Στεφάν Λάσμε. Σας αποκαλούσαν «Bad Boys». Τι ήταν αυτό που έκανε την συνεργασία σας τόσο ξεχωριστή;

«Ήμασταν ίδιοι. Σαν προσωπικότητες, το ανταγωνιστικό πνεύμα μας, η θέληση στην άμυνα. Ήταν ίδια τα πράγματα για εμάς. Είναι κάπως σπάνιο αυτό ανάμεσα σε συμπαίκτες και αυτό έχτισε αδερφότητα μεταξύ μας για μια ζωή. Ο Στεφ είναι εκπληκτικός».

Ποιος από τους δύο είναι καλύτερος dunker;

«Εγώ, δεν υπάρχει αμφιβολία! (γελάει) Ο Στεφ είναι αθλητικός, έχει εξαιρετικά προσόντα, αλλά λίγοι παίκτες μπορούν να κάνουν αυτά που κάνω εγώ. Δεν υπάρχουν πολλοί».

Επειδή αναφέρθηκες και στον Διαμαντίδη, Κατά τη συνεργασία σας υπήρξαν πολλές λόμπες, πολλά πικ εν ρολ. Πόσο σε βοήθησε ώστε να ανεβάσεις επίπεδο το παιχνίδι σου;

«Αυτό που έκανε ξεχωριστό τον Διαμαντίδη ήταν πως είχε 6 πόντους στο παιχνίδι, αλλά η ομάδα θα κέρδιζε με 30. Αυτό ήταν το impact του. Αυτή ήταν η ικανότητά του στην άμυνα και όχι μόνο. Ήταν πάντα στην κουβέντα για το βραβείο του αμυντικού της σεζόν. Όταν ήμουν στην Παρτιζάν είχα χάσει το βραβείο από εκείνον για μία ψήφο, ενώ ήξερα ότι ήμουν πολύ καλός στην άμυνα. Το IQ του και η θέληση για νίκη, ακόμα κι αν δεν σουτάρει πολύ, θα φτιάξει τις σωστές φάσεις και θα επηρεάσει σωστά την ομάδα. Ήταν πολύ ταπεινός, αλλά μέσα στο παρκέ ήταν ανταγωνιστής. Ένας παίκτης με αυτή την καριέρα πάντα σε ωθούσε να γίνεσαι καλύτερος. Δούλευε σκληρά και θύμιζε πολύ τον τρόπο που δούλευε ο Μανού Τζινόμπιλι και ο Τιμ Ντάνκαν στους Σπερς. Παίζοντας με έναν παίκτη σαν τον Διαμαντίδη, πάντα έθετε τα στάνταρ για τους συμπαίκτες του. Όλοι ήθελαν να φτάσουν στο επίπεδό του. Όταν έλεγε κάτι οι υπόλοιπο ακολουθούσαν».

Όλα αυτά τα χρόνια υπήρξε κάποια στιγμή που να σκέφτηκες ότι είσαι ο καλύτερος φόργουορντ στην Ευρώπη;

«Ναι. Όταν ήρθα από το ΝΒΑ και τους Σπερς ήμουν θυμωμένος. Ένιωθα ότι άξιζα μια ευκαιρία, γιατί βοηθούσαν την ομάδα να κερδίζει. Δεν είχα όμως την ευκαιρία. Με άφησαν ελεύθερο και έτσι κατέληξα στην Παρτιζάν. Τότε είχα το σκεπτικό “θα πάω και σκοτώσω κάθε αντίπαλο”. Δεν έβαζα περιορισμό. Ο Τζέρελς, ο Βέσελι, ο Λάιλς, ο Λούσιτς, ο Μπογκντάνοβιτς ήταν ένα εξαιρετικό γκρουπ. Εμένα δεν με ένοιαζε τίποτα όμως. Μια μέρα με κάλεσε ο προπονητής στο γραφείο του και μιλώντας με τους ανθρώπους της ομάδας μου λέει “γιατί κάθε φορά που έχεις τη μπάλα η επίθεση σταματάει;”. Εγώ τους εξήγησα πως όταν έχω τη μπάλα νιώθω ότι κανείς δεν μπορεί να με σταματήσει και πως είμαι το καλύτερο 4άρι στην Ευρώπη. Εκείνοι κοιτάχτηκαν και είπαν “ναι μπορεί να γίνει αυτό, αλλά προσπάθησε να βάλεις και τους συμπαίκτες σου στο κλίμα”. Εγώ το έκανα και από τότε αυτό ήταν πάντα το στοιχείο μου. Ο Πεδουλάκης με βοήθησε να επεκτείνω το παιχνίδι μου, να αναπτυχθώ και να γίνω καλύτερος παίκτης και συμπαίκτης. Το παιχνίδι μου άλλαξε μετά την ανταλλαγή με την Μάλαγα. Ίσως να είχε άλλη τροπή η καριέρα μου να πήγαινα σε πιο χαμηλό επίπεδο. Ήταν αναγέννηση για μένα και πέρασα 7 χρόνια στον Παναθηναϊκό. Έγινε πιο ομαδικό το παιχνίδι για μένα και πάντα σκεφτόμουν ότι ήθελα να κάνω το καλύτερο».

Παίζοντας σε ομάδα με νοοτροπία νικητή, όπως ο Παναθηναϊκός, πόσο σε βοήθησε να αποκτήσεις ή και να επεκτείνεις αυτή τη νοοτροπία;

«Η νοοτροπία αυτή ερχόταν από όταν ήμουν παιδί. Πάντα όταν έπαιζα ήμουν ένας… σκύλος στο παρκέ και ήθελα τη νίκη. Ξεκινούσε από το σχολείο και μετά αυτό συνεχιζόταν για μένα. Όταν πήγα στο κολέγιο έπαιξα στο Μέριλαντ με τον Γκάρι Ουίλιαμς, που είναι απαιτητικός προπονητής και θέλει πάντα να παλεύεις για τη νίκη. Παίζαμε για τη νίκη κόντρα σε παραδοσιακές ομάδες. Ο Γκάρι Ουίλιαμς είναι hall of famer προπονητής και όσοι έχουν παίξει μαζί του έχουν κάνει βήματα. Μετά πήγα στο Σαν Αντόνιο παίζοντας για τον Γκρεγκ Πόποβιτς, έναν από τους σπουδαιότερους ever. Έχω μάθει να παίζω σε μεγάλα γήπεδα. Στην Ιντιάνα παίζαμε μπροστά σε 18.000 κόσμο, το γήπεδο ήταν τόσο μεγάλο όσο και το ΟΑΚΑ. Εγώ απολαμβάνω να παίζω σε τέτοια γήπεδα. Στον Παναθηναϊκό έβλεπες όλη αυτή την κουλτούρα νίκης, τη Θύρα 13, τον κόσμο που σε στηρίζει. Πώς να μην παλέψεις για νίκη μετά; Πώς να μην τα δώσεις όλα; Έβλεπες το ΟΑΚΑ γεμάτο και ο κόσμος σε αγαπούσε».

Ανάμεσα στο πρωτάθλημα του 2013 και του 2017, που κατακτήσατε στο ΣΕΦ, ποιο είναι πιο ξεχωριστό για σένα;

«Θα έλεγα του 2013 που κερδίσαμε 3-0 τη σειρά με τον Ολυμπιακό. Ο Ολυμπιακός είχε το πλεονέκτημα έδρας και ερχόταν από την κατάκτηση της Euroleague. Θεωρούνταν η καλύτερη ομάδα στην Ευρώπη. Εμείς δείξαμε πως απλά δεν μας ένοιαζε αυτό. Είχαμε κάτι ξεχωριστό και το νιώθαμε σαν ομάδα. Μακάρι να κρατούσαμε εκείνη την ομάδα μαζί. Θα είχαμε τουλάχιστον 2 Euroleague τίτλους».

Ποιες ήταν οι 5 καλύτερες στιγμές σου στον Παναθηναϊκό;

«Η πρώτη ήταν όταν γεννήθηκε ο γιος μου στην Αθήνα. Είναι κάτι που δεν ξεχνάω ποτέ από την Ελλάδα. Η δεύτερη είναι το Game 2 με την Μπαρτσελόνα το 2013 που έβαλε το μεγάλο σουτ ο Διαμαντίδης. Η τρίτη είναι το πρωτάθλημα του 2013 στο ΣΕΦ. Η τέταρτη είναι το πρωτάθλημα του 2014 με τον Αλβέρτη προπονητή. Ήταν δύσκολη σεζόν τότε γιατί υπήρχαν αλλαγές και ο Αλβέρτης ανέλαβε τη δουλειά γιατί πίστευε σε εμάς. Ήμασταν πίσω με 2-1 στη σειρά των τελικών και εκείνος δημιούργησε μια τρομερή κατάσταση και μας βοήθησε να πάρουμε το πρωτάθλημα. Ήταν ξεχωριστό. Η πέμπτη θα έλεγα ότι ήταν το Game 1 των πλέι οφ του 2018, κόντρα στην Ρεάλ, που ξεκινήσαμε με 20-0. Ήταν τρομερό παιχνίδι. Μετά χάσαμε το δεύτερο παιχνίδι και τη σειρά. Εκείνο το παιχνίδι όμως ήταν πραγματικά απίθανο. Δεν το ξεχνάω ποτέ. Δεν είναι εύκολο για καμία ομάδα να πάει στο ΟΑΚΑ και να κερδίσει».

Αν σε ρωτούσε κάποιος, “τι σημαίνει για σένα ο Παναθηναϊκός;”, τι θα απαντούσες;

«Σημαίνει οικογένεια, φίλε. Ήταν οικογένεια. Η οικογένεια Γιαννακόπουλου κράτησαν όλη την ομάδα ενωμένη και έδιναν να καταλάβει κάθε παίκτης τι σημαίνει να φοράς αυτή τη φανέλα. Όταν έχεις μια οικογένεια, την προστατεύεις, παλεύεις γι αυτή και αυτό κάναμε κι εμείς. Ο Παναθηναϊκός είναι μεγάλη οικογένεια».

Ο τρόπος που σε αγκάλιασε και σε στήριξε ο Παναθηναϊκός σε κάποιες δύσκολες στιγμές κατά τη διάρκεια της καριέρας σου, κάνει ακόμα πιο ξεχωριστή τη σχέση σου με την ομάδα;

«Στο τέλος της ημέρας κατάλαβαν κι αυτοί ότι είμαστε άνθρωποι. Και οι άνθρωποι κάνουν λάθη, αλλά τα καταλαβαίνουν. Προσπαθήσαμε να επιστρέψουμε και ο Παναθηναϊκός με στήριξε. Έπαιξα για τον κόσμο, ο κόσμος το καταλάβαινε. Πάντα όταν συζητούσα με τον κόσμο λάμβανα τη στήριξή του. Ήταν κάτι σπουδαίο για μένα».

Στην καριέρα σου είχες κάποια εξαιρετικά παιχνίδια κόντρα στον Ολυμπιακό. Τι ήταν αυτό που σε έκανε να ανεβάζεις την απόδοσή σου σε τέτοια παιχνίδια;

«Γι αυτά τα παιχνίδια ζεις σαν παίκτης! Γι αυτό δούλευα σκληρά το καλοκαίρι. Γιατί τα κάνω αυτά; Για στιγμές και παιχνίδια σαν αυτά. Όταν ήμουν στο Μέριλαντ τα παιχνίδια με το Ντιουκ ήταν σπουδαία ντέρμπι. Όταν παίζαμε στο NCAA η περιοχή ερήμωνε για το παιχνίδι αυτό. Όταν πήγα στην Φενέρμπαχτσε υπήρχαν τα μεγάλα παιχνίδια με την Γαλατασαράι. Έπαιξα στη Σερβία το Ερυθρός Αστέρας – Παρτιζάν. Δεν έχω κανένα μίσος για τον Ολυμπιακό. Ως παίκτης, σέβεσαι τον αντίπαλο όταν κάνεις το καλύτερο στο παιχνίδι. Έτσι δείχνεις τον σεβασμό σου. Ο Σπανούλης ήταν ένας από τους καλύτερους στην Ευρώπη κάθε φορά. Ο Κάιλ Χάινς το ίδιο, ο Πρίντεζης, ο Σλούκας, ο Παπανικολάου. Γιατί να μην φέρω κι εγώ την καλύτερή μου απόδοση σε τέτοια παιχνίδια; Τους σέβομαι, άρα θα τους ανταγωνίζομαι».

Ο κόσμος τραγούδαγε το όνομά σου πολλές φορές. Η ιαχή «Γκιστ, Γκιστ, Γκιστ» τι σημαίνει για σένα;

«Ανατριχιάζω με αυτό φίλε! Ακόμα και τώρα! Δείχνει αγάπη, δείχνει ότι ο κόσμος αποδέχεται ποιος είμαι και τι φέρνω στην ομάδα. Με στηρίζουν και στέκονται στο πλευρό μου. Ακόμα και στο δρόμο το άκουγα. Ήταν τρομερό».

Υπάρχει στο πίσω μέρος του μυαλού σου η επιστροφή;

«Δεν ξέρω τι θα συμβεί στο μέλλον και αν θα συμβεί αυτό. Ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις τι επιφυλάσσει το μέλλον. Εγώ αναμφίβολα είμαι ανοιχτός. Αν ήταν στο χέρι μου θα επέστρεφα».

Η κληρονομιά του Τζέιμς Γκιστ ποια είναι;

«Είναι μια ερώτηση που δεν μπορώ να την απαντήσω εγώ. Υπάρχουν άνθρωποι που ξέρουν την απάντηση. Εγώ κοιτάζω τον εαυτό μου κάθε φορά και νιώθω ότι δεν υπάρχει άλλος. Για όσους με στηρίζουν και με βλέπουν, εκείνοι είναι που μπορούν να απαντήσουν».

Πώς θες να σε θυμούνται;

«Ως νικητή. Θέλω να θυμούνται πως ο Τζέιμς Γκιστ ήταν νικητής στην καριέρα του».

Ο λογαριασμός σου στο Instagram είναι από τους πιο γνωστούς, λόγω των ονομάτων που χρησιμοποιείς. Από “Gistopoulos” σε “Gistovic”, “Monsieur Gist”. Τώρα ετοιμάζεσαι να το αλλάξεις σε “Gistoglou”;

«Δεν είναι τόσο εύκολο να αλλάξεις όνομα στο Instagram. Ο λογαριασμό μου είναι verified οπότε δύσκολα δέχεται αλλαγές. Οπότε απευθύνομαι στην ομάδα για βοήθεια. Το όνομα είναι κάτι που βοηθάει εμένα και με κάνει να νιώθω καλά. Τώρα που το βλέπω πρέπει να αλλάξω και φωτογραφία προφίλ. Είναι κάτι που βγάζει νόημα για μένα και χαίρομαι που έχει αντίκτυπο στον κόσμο. Είναι διασκεδαστικό και το χαίρομαι».

Στην καριέρα σου είχες τη δυνατότητα να συνεργαστείς με μερικούς από τους μεγαλύτερους παίκτες στην Ευρώπη. Πέρυσι ήσουν συμπαίκτης με τον Βίκτορ Ουεμπανιάμα, στην Βιλερμπάν. Τι ξεχώρισες στο παιχνίδι του;

«Είναι τρελό, αλλά στην πρώτη μου προπόνηση με την Βιερλμπάν ο Βίκτορ διέσχισε το μισό γήπεδο με μια ντρίμπλα και κάρφωσε λίγο μπροστά από τη γραμμή των βολών. Όταν το είδα κοίταξα γύρω μου και αναρωτήθηκα μαζί με τους συμπαίκτες μου “συμβαίνει στ’ αλήθεια;”. Αυτό που μου έκανε εντύπωση είναι το πόσο ψηλός είναι. Είναι πιο ψηλός από τον Πορζίνγκις. Μπορεί να τρέξει και να φτάσει στο καλάθι τόσο γρήγορα. Με τις ικανότητες που έχει μπορείς να δεις τις κινήσεις του. Ο Βικ κινείται σαν γκαρντ και το κάνει τόσο φυσιολογικά, κάθε κίνηση δείχνει φυσική. Είναι απίθανο. Μπορεί να κάνει τα πάντα. Μπορεί να κάνει τα πράγματα δύσκολα για τον αντίπαλο και να κάνει τάπες σε τρίποντα. Μπορεί να σκοράρει με όλους τους τρόπους. Και είναι μόνο 18 ετών. Το ταβάνι του είναι ο ουρανός».

Μετά τα 2 παιχνίδια που έκανε στο Λας Βέγκας το hype γύρω από το όνομά του ήταν πολύ μεγάλο. Παρακολουθώντας τον για μία σεζόν από πολύ κοντά, θεωρείς πως έχει τα εργαλεία να κυριαρχήσει στο ΝΒΑ;

«Θα αλλάξει το μπάσκετ! Υπάρχουν παίκτες σαν τον Βίκτορ, τον Μπολ Μπολ, τον Τσετ Χόλμγκρεν που είναι ψηλοί και έχουν ικανότητες περιφερειακών. Είναι η νέα γενιά αθλητών αυτή και η απόδειξη πως το μπάσκετ αλλάζει. Το πιο εντυπωσιακό είναι πως ο Βικ είναι πολύ ταπεινός και ακούει όσα έχεις να του πεις. Είναι ταπεινή προσωπικότητα, αλλά ξέρει ότι είναι μοναδικός. Βλέπεις την αυτοπεποίθησή του. Ξέρει ποιος είναι, τι είναι ικανός να κάνει και δουλεύει σκληρά. Κάθε μέρα είναι στο γήπεδο και δουλεύει πολύ σκληρά. Κάθε μέρα όταν έφευγα από το γήπεδο εκείνος έμενε εκεί και έκανε εξτρά ώρες δουλειάς. Ο κόσμος δεν βλέπει την δουλειά που κάνει. Βλέποντας έναν παίκτη στην ηλικία του να δουλεύει τόσο σκληρά, είναι σπουδαίο χαρακτηριστικό. Όσο μείνει υγιής και έχει αυτή τη νοοτροπία μπορεί να πετύχει σπουδαία πράγματα. Απολαμβάνει τη ζωή και ό,τι έχει να κάνει με το μπάσκετ. Έρχεται για να αλλάξει το άθλημα».

Παραμένεις πολύ αγαπητός στους Έλληνες. Για το τέλος, τι μήνυμα θα ήθελες να στείλεις στον κόσμο;

«Σας αγαπώ. Από τον πρώτο ως τον τελευταίο. Ήσασταν από τους λόγους που ήθελαν να παλεύω τόσο σκληρά. Στην Ελλάδα υπάρχουν μερικοί από τους καλύτερους φιλάθλους στον κόσμο. Για μένα ο κόσμος στην Ελλάδα είναι νο.1. Σας αγαπώ απλά».