Γκούμας: «Ήταν πολύ μπροστά για την Ελλάδα ο Καπετάνιος – Τυχεροί που δε θρηνήσαμε κάποιον στη Ριζούπολη»

Ο Γιάννης Γκούμας έδωσε συνέντευξη… ζωής στο «gazzetta» και μεταξύ άλλων μίλησε για την οικογένεια Βαρδινογιάννη, τα πρώτα χρόνια του στον Παναθηναϊκό, τη Ριζούπολη και τον Τεν Κάτε.

Διαβάστε αποσπάσματα των όσων είπε:

Και πώς προέκυψε ο Παναθηναϊκός; Πώς κατέβηκες στην Αθήνα; 

«Όταν ήμουν 16-17 ετών ο κύριος Πατσιαβούρας, που ήταν σκάουτ στο νομό Λάρισας με είδε, με παρακολούθησε σε πολλά ματς και με έφερε στην περίφημη Παιανία, για να δοκιμαστώ. Υπεύθυνοι τότε, το 1992, ήταν οι κ.κ. Ζάετς και Καρούλιας. Δοκιμάστηκα για 4-5 μέρες και με εισήγηση του κύριου Ζάετς με κράτησε ο Παναθηναϊκός». 

Και εκεί χαφ σε έβαλαν; 

«Στην ομάδα έπαιζα περισσότερο 10άρι, στην Ακαδημία ξεκίνησα ως σέντερ φορ και είχα σκίσει όλα τα δίχτυα. Είχαμε και καλή ομάδα όμως. Είχαμε Καραγκούνη που σου έβγαζε πάσες “πάρε-βάλε”, Μπασινά… ομαδάρα! Ήμουν καλός στο κεφάλι, είχα και καλό σουτ και σε συνδυασμό με το ότι είχα και τα παιδιά από πίσω που μου έβγαζαν συνέχεια καλές πάσες, είχα σκίσει τα δίχτυα». 

Πώς ήταν για ένα παιδί 16-17 ετών να φεύγει από το χωριό του και να έρχεται στην Αθήνα για να παίξει για τον Παναθηναϊκό; 

«Θέλω να σταθούμε σ’ αυτό. Ήμουν ένα παιδί 17 ετών, που έφυγε από το χωριό του, άβγαλτο. Έπρεπε να μένω σε ένα ξενοδοχείο με άλλα παιδιά. Παρένθεση ήμουν και πολύ καλός μαθητής, του 20. Η μάνα μου δεν με άφηνε να φύγω. Πίστευε ότι θα μπλέξω. Όμως, ο πατέρας μου επειδή ήταν ποδοσφαιρόφιλος και παράγοντας, κάποια στιγμή ήταν και παράγοντας στον Αμπελωνιακό, βοήθησε για να φύγω. Η μάνα μου δεν ήθελε με τίποτα να φύγω». 

Τι θα γινόσουν δηλαδή; 

«Γυμναστής, θα σπούδαζα. Η μάνα μου δεν άφηνε τον πατέρα μου με τίποτα. ‘Ελεγε: “Θα καταστραφεί το παιδί”». 

Οι γονείς σου τι δουλειά έκαναν; 

«Ο πατέρας μου είχε πρατήριο υγρών καυσίμων και σούπερ μάρκετ, μαζί με τη μητέρα μου. Μικρός εγώ δούλευα στο βενζινάδικο. Έχω δύο αδερφές. Η μία είναι διευθύντρια στο δημοτικό σχολείο κι η άλλη είναι γυμνάστρια. Και εγώ πήγαινα για να γίνω καθηγητής φυσικής αγωγής. Τέλος πάντων… Ήρθα στο πουθενά. Το βράδυ έκλαιγα, διότι δεν ήξερα κανέναν». 

Δεν υπήρχαν και κινητά τότε… 

«Τίποτα. Ήμασταν εσώκλειστοι σ’ ένα ξενοδοχείο. Τον πρώτο χρόνο έμενα μέσα στις εγκαταστάσεις της Παιανίας. Εκεί ήταν υπεύθυνος ο περίφημος Αγριμάκης κι ο Γιώργος ο Κρητικός, ο φύλακας. Ένας ωραίος “τρελός”. Κρητικός παλιάς κοπής, με πιστόλια, ρακές και μουστάκι τεράστιο. Σίγουρα άνθρωποι του Βαρδινογιάννη. Στην Ακαδημία έφορος ήταν ο Παπασταύρου, ήταν ο καλύτερος άνθρωπος. Αυτός δεν είχε παιδιά και μας είχε όλους σαν δικά του παιδιά. Όπως κι ο Στέφανος ο Αρών. Ο Αρών, όταν έπαιζα εγώ στην Κ19, επειδή κάποιες φορές έφευγε το λεωφορείο και δεν προλάβαινα να το πάρω για να πάω στην Αλεξάνδρας, με περίμενε να με πάρει με το αμάξι του, με το σκύλο του δίπλα για να με πάει στο γήπεδο. Μαγικές στιγμές, τον αγαπούσα πολύ». 

Να σταθούμε λίγο στις πρώτες μέρες, που έκλαιγες. Γιατί ήσουν έτσι; Σου έλειπε η οικογένειά σου; 

«Ήταν το μεταβατικό στάδιο. Ήμουν ένα παιδί της αλάνας, που ξαφνικά βρέθηκε μέσα σε ένα χάος, εσώκλειστος. Δεν μπορούσα να πάω πουθενά, δεν μας άφηναν να βγούμε. Γενικά, ο χρόνος προσαρμογής μου ήταν 1-2 μήνες». 

Το διάστημα αυτό είπες «δεν αντέχω»; 

«Όχι δεν το είπα, γιατί είχα βάλει στοίχημα με τον εαυτό μου και είχα πει ότι δεν θα γυρίσω αποτυχημένος πίσω. Είπα “θα κάτσω να δουλέψω και θα πετύχω”. Παρόλο που δεν ήμουν σε καλή ψυχολογική κατάσταση είχα βάλει στόχο να πετύχω κι αυτό ήταν το κίνητρό μου κι αυτό που με κρατούσε “ζωντανό”. Επειδή έχω μία θεία στη Νέα Φιλαδέλφεια, η μόνη μου έξοδος ήταν κάθε Σάββατο να πάω εκεί, για να δω τις ξαδέρφες μου και να πάμε καμία βόλτα. Εν τω μεταξύ ακόμη δεν είχα τελειώσει το σχολείο. Άρα στην Γ’ Λυκείου εγώ έπρεπε να τελειώσω και το σχολείο. Ήμουν καλός μαθητής. 

Ο Αγριμάκης μάς έβαζε στην καρότσα του αγροτικού του. Εγώ, ο Καραγκούνης και ο Χούτος ήμασταν στην καρότσα, μέσα στο χειμώνα. Πηγαίναμε… καροτσάτοι. Θυμάμαι άλλο ένα παιδί, τον Θάνο. Τέσσερα άτομα πηγαίναμε σχολείο με την καρότσα από τις εγκαταστάσεις της Παιανίας στην πλατεία. Επειδή ντρεπόμασταν να μη μας δουν, πηδούσαμε από την καρότσα λίγα μέτρα πριν το σχολείο. Ωραίες εποχές! Είναι πολύ ωραίες αναμνήσεις αυτές. 

Η μάνα μου, όμως, επειδή ήθελε να τελειώσω το σχολείο, έστειλε την αδερφή μου που είχε τελειώσει το πανεπιστήμιο να μείνει έναν χρόνο στην Αθήνα. Της είπε: “Θα πιάσουμε ένα σπίτι στην Παιανία, θα μείνεις με τον μικρό και θα του μαγειρεύεις. Να διαβάσει και να περάσει στο Πανεπιστήμιο”. Η μητέρα μου θυσίασε την Ιωάννα την αδερφή μου. Με έχουν στηρίξει και οι δύο αδελφές και η Ιωάννα και η Σούλα, με συμβουλεύουν και με εμχυψώνουν όταν είμαι στα down μου. Οι γονείς μου είναι άνθρωποι απλοί, που σου δίνουν και την καρδιά τους. Η γυναίκα μου είναι δίπλα μου και στα εύκολα και στα δύσκολα. Είμαι τυχερός που έχω όλους αυτούς τους ανθρώπους μου δίπλα μου και με αγαπάνε». 

Άρα έφυγες από το προπονητικό…

 «Ναι, δεν γινόταν αλλιώς. Ήταν εντολή της μητέρας μου, έπρεπε να περάσω στο πανεπιστήμιο». 

Πέρασες τελικά; 

«Πέρασα γυμναστική ακαδημία και ησύχασε η μάνα μου. “Ας κάνει ό,τι θέλει τώρα”, είπε η μάνα μου. Ήμουν καλός μαθητής όμως, 3ης δέσμης. Φροντιστήρια, σχολείο, διάβασμα προπονήσεις. Είχα δύσκολο πρόγραμμα. Ουσιαστικά δεν είχα χρόνο για τον εαυτό μου». 

Πότε άρχισες να καταλαβαίνεις ότι δεν είσαι ένα παιδί που θα μείνει στην Ακαδημία, αλλά θα πάει στην πρώτη ομάδα; 

«Όπως σας είπα ξεκίνησα σέντερ φορ…». 

Έσκιζες τα δίχτυα… 

«Έσκιζα τα δίχτυα στην Κ19».

Με τον Χούτο παίζατε μπροστά οι δυο σας; 

«Τι μπροστά; Στην καρότσα ήμασταν μαζί (γέλια). Αυτός ήταν πιο μικρός, δεν έπαιζε μαζί μου, απλά πηγαίναμε σχολείο μαζί. Με τον Γιώργο Καραγκούνη παίζαμε μαζί, δούλευε κι η μαμά του στην Παιανία. Εγώ τη μαμά του “Κάρα” την έλεγα θεία, ουσιαστικά με μεγάλωσε. Έτσι ανδρωθήκαμε. Τότε, ήταν η περίφημη Ακαδημία που τόλμησε ο μεγάλος ο καπετάνιος να την στηρίξει και να πρωτοτυπήσει.

Νομίζω ότι για την Ελλάδα ήταν πολύ μπροστά ο καπετάνιος και δικαιώθηκε. Γιατί θυμίζω ότι όλοι τον κατηγορούσαν, λέγοντας: “Πού πάτε με τους ΓκουμοΜπασινάδες”. Το θυμάστε. Κι οι Γκουμομπασινάδες πήραν Euro, πήραν πρωτάθλημα, πήραν Κύπελλο». 

Λεφτά πήραν; 

«Λεφτά όχι. Ακούστε λεφτά εγώ πήρα στα 27 μου χρόνια, γιατί τότε ήταν δύο χρόνια ημιεπαγγελματικό και 5 χρόνια ήσουν υποχρεωτικά με 3.000 ευρώ το χρόνο. Απλά, επειδή κάναμε πορείες ζούσαμε με τα πριμ. Κατ’ αρχάς εμείς είχαμε τετράδες νικών. Δηλαδή, αν σε τέσσερα ματς κατακτούσες 12 βαθμούς, έπαιρνες πολύ γερό πριμ. Αν έπαιρνες 10 βαθμούς έπαιρνες το αντίστοιχο πριμ. Και εμείς τότε πηγαίναμε… τρένο. Με τον Ρότσα τότε ήμουν μέσα στην ομάδα, θυμάμαι ευρωπαϊκές πορείες. Ακόμα και τα παιδιά που είχαν συμβόλαιο, περισσότερα έπαιρναν από τις πορείες, τις προκρίσεις και τις μεγάλες νίκες στην Ευρώπη. Ουσιαστικά λεφτά πήρα στα 27 μου. Αδιανόητο, ήμουν στην ομάδα από τα 17 μου. ‘Αλλες εποχές τότε». 

Και πότε γίνεται το… μπαμ και πηγαίνεις στην πρώτη ομάδα; Και ποιος σε έκανε στόπερ βασικά; 

«Ο Ρότσα με πήρε στην πρώτη ομάδα. Ο Ζάετς έπαιξε ρόλο στην εξέλιξή μου, αλλά ο Ζάετς αν θυμάστε έγινε προπονητής στην πρώτη ομάδα. Αυτός μας προώθησε και μας στήριξε γιατί ήμασταν δικά του παιδιά. Ο Ρότσα με έβαζε αμυντικό χαφ κι ο Βασίλης Δανιήλ με γύρισε στόπερ. Και να σας πω και κάτι; Καλύτερα, γιατί τότε ήταν ο Βαζέχα και δεν θα έκανα τίποτα. Ο Βαζέχα ήταν ο καλύτερος φορ, τα έβαζε από παντού και δεν θα έπαιζα ποτέ. Καλύτερα που γύρισα στόπερ. Ο κυρ Βασίλης ήταν στην Εθνική και μου έλεγε ”στον Παναθηναϊκό τα βάζεις με εμένα εδώ όχι”. Και του έλεγα: “Τώρα βγαίνει η δουλειά που κάναμε”. Μου απαντούσε: “Άντε στο διάολο”.

Για την εποχή του ήταν διαβασμένος και 100 χρόνια μπροστά. Παρεξηγήθηκε όταν το είπε αυτό. Αυτό που ήθελε να πει είναι ότι έχει σπουδάσει, ότι έχει εξελιχθεί». 

Το βάρος της φανέλας σού προκαλούσε άγχος; 

«Την πρώτη χρονιά (1995-1996), που ήμουν πιτσιρικάς, η ομάδα πήγαινε τρένο…». 

Είχες μπει και αποστολή σε ένα ματς με την Ναντ. 

«Μπήκα και αλλαγή, στο ματς με τα χιόνια. Ήταν το πρώτο μου ματς στο Champions League και στο πρωτάθλημα η πρώτη μου συμμετοχή ήταν μέσα στον Λεβαδειακό. Νικούσαμε 3-0 και με έβαλε αλλαγή ο Ρότσα». 

Πώς ένιωσες; 

«Λες και είχα πιάσει το τζόκερ. Το να είσαι μέλος της καλύτερης ομάδας με πρωταθλήματα, που να παίζει στο Champions League, ήταν κάτι το απίστευτο». 

Ήταν κι ο Ρότσα, ο οποίος είναι μία ιστορία μόνος του στο ελληνικό πρωτάθλημα. 

«Απίστευτος. Σε άφηνε ελεύθερο, δούλευε στη ψυχολογία σου. Δεν σε πίεζε. Σου έλεγε: “Μπες μέσα να το χαρείς”. Κι αυτό επιδρά ωραία στους παίκτες. Η ομάδα πήγαινε τρένο. Φανταστείτε ότι το ματς ήταν Κυριακή και τα Σάββατα η προπόνηση ήταν προαιρετική. Όποιος ήθελε πήγαινε, όποιος δεν ήθελε καθόταν στο ξενοδοχείο. Όμως, όλοι οι παίκτες πηγαίναμε και παίζαμε το 5-2, κάναμε το χαβαλέ μας. Ήμασταν οικογένεια. Παίζαμε, περνούσαμε ωραία, το γουστάραμε». 

Υπήρχε κάποιος που έμπαινες στα αποδυτήρια και ένιωθες δέος; 

«Ο Σαραβάκος, ο Αποστολάκης… Φυσικά υπήρχαν κι άλλα ονόματα. Ντρεπόμασταν να τους κοιτάξουμε στα μάτια. Σεβόμασταν. Τώρα τα σημερινά παιδιά δεν σέβονται. Τους λες: “Πήγαινε να μαζέψεις τις μπάλες” και σου λένε “πήγαινε εσύ”. Σε εμάς αυτό δεν υπήρχε». 

Σας μιλούσαν αυτοί οι μεγάλοι παίκτες; 

«Ο Σαραβάκος δεν ήταν τέτοιος τύπος. Ο Αποστολάκης το είχε πιο πολύ, μας προστάτευε όπως κι ο Βάντζικ, ο Ουζουνίδης, ο Καλιτζάκης. Αυτοί οι μεγάλοι παίκτες, μας αγκάλιασαν. Είδαν ότι ήμασταν παιδιά με ταλέντο και μας στήριξαν». 

Νιώθεις ότι τη σεζόν 1999-2000 με Κυράστα, που χάθηκε το πρωτάθλημα, σε έχουν κλέψει ποδοσφαιρικά; 

«Εκείνη την περίοδο ο Παναθηναϊκός έπαιξε την καλύτερη μπάλα. Η ομάδα όπου κι αν πήγαινε μας χειροκροτούσε ο αντίπαλος. Θυμάμαι το ματς Παναχαϊκή-Παναθηναϊκός. Διαιτητής ένας Νίκου, που έπαιξε ένα ματς και μετά εξαφανίστηκε. Για πρώτη φορά δεν ήταν τηλεοπτικό το ματς του Παναθηναϊκού. Μόνο αυτό τα λέει όλα. Διαιτησία, δεν έχω δει χειρότερη. Φυσούσες τον αντίπαλο και έδινε φάουλ. Έκοβε το ρυθμό, δεν μπορούσες να παίξεις μπάλα. Δεν έχω ζήσει χειρότερη διαιτησία. Σε εκείνο το ματς ό,τι και να κάναμε δεν θα νικούσαμε». 

Ένας παίκτης που είναι ψύχραιμος πώς μπορεί να διαχειριστεί την αδικία; 

«Δεν είναι εύκολο. Όταν του κλέβουν τους κόπους μιας χρονιάς, δεν μπορείς να το διαχειριστείς εύκολα αλλά δεν μπορείς να κάνεις και τίποτα. Να πας να πλακώσεις τον διαιτητή; Να μην κατέβεις να παίξεις; Αυτό είναι θέμα της ομάδας». 

Έχει έρθει στιγμή που δεν κράτησες τα νεύρα σου; 

«Έχω έρθει στα όριά μου. Το ένα ματς ήταν αυτό και το άλλο στη Ριζούπολη. Όχι για τη διαιτησία αλλά για τις συνθήκες. Την τρομοκρατία που υπήρχε. Και το ματς με τον Ευθυμιάδη… Ήταν εριστικός. Δεν έκανε το κραυγαλέο λάθος αλλά όλη η συμπεριφορά του ήταν προκλητική για να φέρει εις πέρας αυτό που είχε στόχο. Όσον αφορά στη Ριζούπολη, λόγω συνθηκών, αυτό το ματς δεν έπρεπε να ξεκινήσει. Είμαστε ήρωες όσοι αγωνιστήκαμε και είμαστε τυχεροί που δεν θρηνήσαμε κάποιο θύμα ποδοσφαιριστή.

Σε εκείνο το ματς δεν ξεκίνησα αλλά θυμάμαι το πώς φτάσαμε… Με πέτρες από τη γέφυρα, το πούλμαν μας άφησε ένα χιλιόμετρο πιο κει κι ο Μπασινάς όταν πήγε να δει το γήπεδο δεν μπορούσε να γυρίσει πίσω γιατί είχαν τρυπήσει τη φυσούνα. Μας ποδοπατούσαν. Προθέρμανση δεν είχαμε κάνει, πετούσαν φωτοβολίδες. Οι ξένοι έκλαιγαν. Οι Χένρικσεν, Μικάελσεν και Κόλκα έκλαιγαν. Έλεγαν ότι θέλουν να γυρίσουν στην οικογένειά τους». 

Πριν βγείτε έξω στα αποδυτήρια έγινε κανένα επεισόδιο; 

«Έσπασαν την πόρτα. Και από εκείνο το ματς και μετά θυμάμαι ότι όποτε παίζαμε με τον Ολυμπιακό πήγαιναν και έλεγχαν τα αντίπαλα αποδυτήρια. Είχε ειπωθεί ότι είχαν ψεκάσει με κάτι και για αυτό μπήκαμε κοιμησμένοι στο ματς και έτσι ήλεγχαν με κάτι ραντάρ αν είναι όλα καλά, από εκείνο το ματς και μετά. Τέλος πάντων, το λάθος ήταν ότι δεν υπήρχε ένας άνθρωπος να πάρει την ομάδα να φύγει. Μόνοι μας δεν μπορούσαμε να το κάνουμε αυτό».

Αυτό το «είστε κότες» του Φιλιππίδη σας πείραξε; Συν ότι μπήκαν οι οπαδοί στην Παιανία και έσπασαν αυτοκίνητα όπως αυτό του Βαζέχα. 

«Εμένα ναι με πείραξε. Ήμασταν που ήμασταν από τους Ολυμπιακούς που μας είχαν προπηλακίσει, μετά οι ίδιοι μας οι οπαδοί έσπασαν τα αποδυτήρια και αυτοκίνητά μας. Και ποιου; Του Χρηστάρα, που είναι η ιστορία του Παναθηναϊκού και που έχει προσφέρει τόσα και τόσα στην ομάδα. Το θέμα δεν είναι αυτό. Εμένα με πείραξε ότι ήρθαν οι οπαδοί και μετά ήρθε ο Φιλίππίδης. Εμένα από το μυαλό μου περνάει ότι ήταν βαλτοί. Δεν ξέρω. Γιατί δεν ήρθε πιο πριν;». 

Στο «είστε κότες» απάντησε κανείς; 

«Απάντησε ο Κάρα. “Εσύ που ήσουν; Ήταν κανένας μαζί μας;”, του είπε. Είχαμε πάει με την Αμαλία, αλλά η Αμαλία δεν μπορούσε να πάρει την ευθύνη. Έπρεπε να ήταν κάποιος από τη διοίκηση για να μας πάρει να φύγουμε. Ας μας τιμωρούσαν. Έπρεπε να φύγουμε. Θα έλεγε κανένας τίποτα; Θα σκοτωνόταν ποδοσφαιριστής και θα μας έγραφε η ιστορία». 

Υπάρχουν πολλά παιδιά από τον Ολυμπιακό που σε ερώτηση για το αν αισθάνονται αδικία όταν ακούνε «τα πέρνατε με την διαιτησία τα πρωταθλήματα», απαντούν ότι όντως αυτό μειώνει την προσπάθειά τους. 

«Ε, τι να πουν τα παιδιά του Ολυμπιακού. Λογικό είναι. Αλλά για να μην παρεξηγηθώ δεν λέω ότι όλα ήταν πέτσινα, ήταν πολλά που τα άξιζε ο Ολυμπιακός αλλά 2-3 ήταν πέτσινα. Να μιλάμε με τη γλώσσα της αλήθειας. Υπήρχαν και στιγμές όμως που ένιωθα ότι μου κλέβουν τον ιδρώτα». 

Επίσης, για τις συνθήκες στη Ριζούπολη, παίκτες του Ολυμπιακού λένε ότι ανάλογα περιστατικά έχουν βιώσει κι εκείνοι σε άλλες έδρες. 

«Παιδιά δεν συγκρίνεται αυτό που έγινε στη Ριζούπολη. Σας λέω ότι από θαύμα δεν θρηνήσαμε θύμα, οι φωτοβολίδες περνούσαν ξυστά μας. Αυτό δεν είχε γίνει πουθενά αλλού. Αν η φωτοβολίδα πήγαινε στην καροτίδα τελείωνε. Μας πυροβολούσαν με τις φωτοβολίδες. Εντάξει, ο παίκτης του Ολυμπιακού δεν το έζησε, σε εμάς το έκαναν».

Υπήρξε στιγμή που είπες «δεν αντέχω άλλο πάω να παίξω έξω»; 

«Αυτό ήταν το λάθος μου. Υπήρχε η προοπτική της Παρί Σεν Ζερμέν, αλλά δεν πήγα». 

Πώς προέκυψε η Παρί; 

«Ο Λυμπερόπουλος είχε έναν Γάλλο μάνατζερ…». 

Στο Story του στο Gazzetta μίλησε για την πρόταση από την Μαρσέιγ. 

«Μπράβο. Τότε κάναμε πολλή παρέα και μου είπε: “Αντε ρε μ@λ@κ@ πήγαινε”». 

Άρα εσύ έκανες πίσω; 

«Ναι εγώ. Ήμουν αρχηγός. Είπα: “Είμαι πρώτος στο χωριό, να πάω κάπου που δεν με ξέρει κανείς”. Το σκέφτηκα λάθος, γιατί ήμουν καταξιωμένος, αρχηγός. Με ήθελε η ομάδα μου». 

Τότε ήταν που πήρες και το πρώτο σου συμβόλαιο; 

«Ναι τότε». 

Πώς θυμάσαι το ραντεβού με τον Βαρδινογιάννη; 

«Μόνος μου πήγαινα στα ραντεβού, χωρίς μάνατζερ. Καπετάνιος, δέος. Τον έτρεμαν όλοι! Πήγα στο γραφείο του στη Motor Oil. Εμένα με πήγαινε ο Καπετάνιος και ‘γω δεν κώλωνα. Του έλεγα “δώσε μου ό,τι θες”. Μου λέει: “Σε γουστάρω γιατί έρχεσαι χωρίς μάνατζερ, να βρω να σε παντρέψω”. Ακόμη και σήμερα έχουμε καλές σχέσεις. Τον έχω σαν πατέρα μου. 

Το 2000 με κάλεσε ο Παύλος Βαρδινογιάννης να μιλήσω για το συμβόλαιό μου. Ήταν ένα μεταβατικό στάδιο. Τελικά, μετά μπήκε ο Τζίγκερ. Για εμένα το μεγαλύτερο λάθος ήταν που έφυγε η οικογένεια. Παραμυθιάστηκαν από την πολυμετοχικότητα, ότι θα εκτοξευθεί η ομάδα με τον Βγενόπουλο τον συγχωρεμένο. Από τότε, από το 2010 και μετά η ομάδα δεν έχει την πορεία που είχε πριν. Ο κόσμος παραμυθιάζεται». 

Ο κόσμος μάλλον δεν άντεχε ότι ένα τόσο μεγάλο μέγεθος όπως ο Βαρδινογιάννης έχανε συνέχεια από τον Ολυμπιακό… 

«Θα σας πω κάτι, που το λέω και πρώτη φορά: Παίζαμε μέσα στην Ξάνθη. Ήμουν ανάμεσα στους αρχηγούς. Μας φωνάζει ο Τζίγκερ σπίτι του στην Εκάλη. Αν νικούσαμε ήμασταν πρώτο φαβορί για το πρωτάθλημα. Μας είπε: “Παιδιά, είστε οι αρχηγοί. Είμαστε καλά, νικάμε και πάμε για το πρωτάθλημα. Κάποιος του είπε: “Πρόεδρε βοήθησε και εσύ”. Και εκεί του βγάζω το καπέλο του Τζίγκερ. Του απάντησε: “Εγώ έτσι δεν το παίρνω, αν είναι να το πάρουμε με την αξία μας”. Το ματς τελικά το χάσαμε. Θέλω να σας πω ότι ήταν καθαρός. Αυτό δεν το ‘χω ξαναπεί δημόσια». 

Πάμε λίγο στα δύσκολα. Πώς θυμάσαι την περίοδο που έφυγες από τον Παναθηναϊκό, πώς ήταν η σχέση σου με τον Τεν Κάτε; 

«Παίζουμε στην Νέα Σμύρνη με τον Πανιώνιο. Με δέκα παίκτες. Δεν ήθελε να με βλέπει. Με είχε ”γαμ@#@”. Του είχαν πει ότι είμαι ”βαρδινογιαννικός”, τότε η πολυμετοχικότητα ήθελε να χτυπήσει τον Βαρδινογιάννη, να τα λέμε όπως είναι. Παίζονταν άλλα παιχνίδια. Με είχαν σταμπάρει, ήθελαν να με φάνε. Τον παραμύθιασαν ότι είμαι ρουφιάνος και αηδίες. Με βάζει αλλαγή σε αυτό το ματς με τον Πανιώνιο, με δέκα παίκτες εμείς. Με ισοπαλία θα έφευγε, τα εισιτήρια ήταν έτοιμα για Ολλανδία. Kάνει μια σέντρα ο Γκάμπριελ, πετάγομαι με κεφαλιά-οβίδα και σκοράρω. Τι το ήθελα ο μ@Ι*#*ς; (γέλια). Ποιο ήταν το περίεργο; Στο τέλος δεν ήρθε να μου πει τίποτα. Πέρασε από μπροστά μου και δεν με έβλεπε. Ήταν διπρόσωπος. Στην αρχή ήμασταν κολλητοί. Το πρώτο τρίμηνο. Κάθε μέρα έρχονταν και μιλούσαμε. Ξαφνικά βλέπω μια άλλη συμπεριφορά. Ο Αντωνίου, για να λέμε την αλήθεια, δεν στήριξε παιδιά που ήταν παίκτες. Πήγε με την πολυμετοχικότητα. Τελοσπάντων. Δεν ξέρω τι του είχαν πει, μάλλον έπρεπε να με «φάνε». Εγώ ήμουν ο πιο παλιός. Δεν έγινε κάτι και άλλαξε συμπεριφορά. Όταν ξεμείναμε από στόπερ, θέλει να παίξει με τριάδα στην Ίντερ και με βάζει αναγκαστικά. Αν δεν πήγαινα καλά θα με είχαν με τα… βελάκια. Πώς κάθεται η πόρνη η μπάλα, κάνω την κεφαλιά, διώχνει ο Σέζαρ και το βάζει ο Σαριέγκι. Το γκολ ουσιαστικά είναι δικό μου. Έκανα καλή εμφάνιση και άλλαξε η κατάσταση. Ήταν δικαίωση αυτό το ματς. Κόντρα σε Ζλάταν, Αντριάνο, Κρουζ. Από εκεί που ήμουν πουθενά βρέθηκα απέναντι σε αυτούς τους παίκτες.  Στο τέλος της χρονιάς, όμως πάλι τα ίδια. Στο τέλος της χρονιάς προτίμησε να πάμε με 17 παίκτες στη Λάρισα και με άφησε έξω. Εγώ είπα στον Πατέρα που δεν φέρθηκε καλά, από τους 25 παίκτες oι 23 δεν θέλουν να τον βλέπουν, δεν τον αντέχει η ομάδα. Σε δύο τρεις μήνες τους είπα θα φύγει. Μου είπαν ”είναι ο προπονητής”. Δεν τον ήθελε η ομάδα. Τελειώνει η χρονιά, έχω ένα χρόνο συμβόλαιο. Καλοκαίρι του 2009. Με βλέπει ο Τεν Κάτε και μπροστά μου λέει στον Αντωνίου ”τι κάνει αυτός εδώ”; Σε εμένα, έτσι, που ήμουν 15 χρόνια στον Παναθηναϊκό. Δεν με άφησε να κάνω προπόνηση. Και με έστειλαν στον Πατέρα. Πάω στο γραφείο και μου είπαν ότι δεν με θέλει ο προπονητής. Τους είπα να κάνω προπονήσεις κανονικά, τους είπα ότι είμαι επαγγελματίας, θα κάνω σκληρά προπονήσεις, δεν θα ενοχλώ κανέναν και δεν θα δημιουργώ προβλήματα. Εκεί του είπα πως ”αυτός θα φύγει σε 2-3 μήνες”. Δικαιώθηκα. Μετά από λίγο καιρό έφυγε».

Ήσουν 34. Γιατί δεν συνέχισες το ποδόσφαιρο; 

«Μεγάλο λάθος μου που σταμάτησα. Με πήρε ο Τσακίρης του Πανιωνίου. Η Λάρισα του Πηλαδάκη. Ομαδάρες τότε. Αλλά εγώ ήμουν μ@λ@%@ς, επειδή ήθελα να φύγω με την φανέλα του Παναθηναϊκού, σταμάτησα. Μου έδιναν καλά λεφτά. Έπαιζα με ενέσεις, με σπασμένο κεφάλι, 15 χρόνια, ποιο ήταν το κέρδος; Σιχάθηκα. Αλήθεια. Είπα ”να πάει να γ@*#*@ το ποδόσφαιρο” μετά από αυτό. Ήμουν πολύ απογοητεύμενος. Μπορούσα να παίξω τρία χρόνια ακόμη, με καλό συμβόλαιο. Είχα στεναχωρηθεί πάρα πολύ. Με έδιωξαν ως ρουφιάνο. Ποιόν εμένα; Τον Γκούμα στα 34 του ως ρουφιάνο; Που δεν το έκανα ούτε στα 19 μου. Το έκαναν για να δικαιολογήσουν την απόφασή τους να φύγω από τον Παναθηναϊκό». 

Όλοι οι παίκτες μιλούν με τους δημοσιογράφους. Δεν είναι κάτι κρυφό. Εσύ μιλούσες; 

«Σε έπαιρναν 100 δημοσιογράφοι. Το θέμα είναι τι λες. Αν λες κάποια πράγματα κακά για την ομάδα, αν λες κάτι γενικά και αόριστα. Κι εγώ μιλούσα. Όλοι μιλάνε, σε όλες τις ομάδες. Το θέμα είναι τι λες. Αν προστατεύεις την ομάδα και δεν λες μαλακίες και τι γίνεται, δεν υπάρχει πρόβλημα. Όλοι μιλάνε. Υπάρχουν παίκτες που μιλάνε για να κάνουν καλό στον εαυτό τους, για να βλάψουν την ομάδα, την διοίκηση. Ποτέ δεν το έκανα και δεν θα το κάνω. Και να σας πω και κάτι; Τώρα που σταμάτησα την καριέρα μου, σταμάτησαν και οι διαρροές από τα αποδυτήρια του Παναθηναϊκού, ε; Δεν ξαναβγήκε τίποτα, ε; Έγιναν «τάφος» τα αποδυτήρια. Στις μεγάλες ομάδες πέφτουν πολλοί δημοσιογράφοι. Μόνο αν είσαι βλάκας πας και λες τι γίνεται μέσα στην ομάδα».

 Τι είχε γίνει με τον Βύντρα; Είχατε ένα ένα χοντρό επεισόδιο… 

«Πάνω στην προπόνηση μπορείς να πλακωθείς. Είναι φίλος μου. Μου είπε κάτι, του είπα, οκ συμβαίνει αυτό στην ένταση». 

Ποιό ήταν το χειρότερο που έχεις ζήσει; 

«Θέλει και ερώτημα; Ο Γκαλίνοβιτς με τον Έκι Γκονζάλες. Δεν έχω ξαναδεί τέτοιο σκηνικό. Ο Μάριο ήταν ήρεμος, δεν μπορούσες να το φανταστείς. Του γύρισε το μάτι και πήγε να το σκοτώσει. Είκοσι άτομα δεν μπορούσαμε να τον κάνουμε καλά. Είχε βγει εκτός εαυτού. Τον είχε πιάσει και τον χτυπούσε. Ο Μάριο ήταν το καλύτερο παιδί. Όταν έπαιζε, έχασε την κόρη του. Δεν πήγαινε καλά και τον έβριζαν, το παιδί έχασε την κόρη του. Δεν ήξερε κανείς τίποτα. Ο ποδοσφαιριστής είναι άνθρωπος. Δεν ξέρει κανείς τι προβλήματα έχει στο σπίτι του. Η απόδοση δεν είναι ένα κουμπί που το πατάς».