• Sunday, August 25, 2019

Νίκολας: «Για πάντα Παναθηναϊκός»

Ο Ντρου Νίκολας μίλησε για την καριέρα του και τον Παναθηναϊκό σε συνέντευξη που παραχώρησε στο SDNA.gr.

Το SDNA έψαξε και βρήκε τον Αμερικανό πρώην παίκτη του Παναθηναϊκού, που αυτή την περίοδο βρίσκεται στην Φλόριντα και προπονεί μια σχολική ομάδα. Ο ίδιος αποδέχθηκε χαμογελαστός την πρόσκληση να μιλήσει, κάνοντάς μας να καταλάβουμε από την πρώτη στιγμή την αγάπη του για τον Παναθηναϊκό, τον κόσμο του έξι φορές πρωταθλητή Ευρώπης, αλλά και την Ελλάδα. Ποια ήταν η σχέση του με τους αδελφούς Γιαννακόπουλους και τι θυμάται από τον Ζέλικο Ομπράντοβιτς και τον Δημήτρη Ιτούδη; Ποια στιγμή του έχει μείνει πιο έντονα χαραγμένη στη μνήμη του; Τι σκέφτηκε όταν έπαιξε την άμυνα πάνω στον Ραμούνας Σισκάουσκας το 2009 στο Βερολίνο; Θα ήθελε να επιστρέψει στους «πράσινους» μια μέρα;

Ο Νίκολας πέρασε από το «τριφύλλι» την τριετία 2008-2011, πήρε δύο Euroleague και τρία πρωταθλήματα, συνδέθηκε με τον κόσμο, δημιούργησε δυνατές φιλίες και έφυγε «γεμάτος» για την Αρμάνι Μιλάνο το καλοκαίρι του ’11. Ωστόσο, λίγους μήνες αργότερα, το Νοέμβριο του 2012, σε ηλικία 32 ετών, ο άλλοτε πρωταθλητής του NCAA με τη φανέλα του Maryland επέλεξε να βάλει τέλος στην μπασκετική του καριέρα. Γιατί «έκοψε» το μπάσκετ τόσο νωρίς; Τι τον ώθησε σε μια τέτοια απόφαση;

Κατά την παραμονή του στην Αθήνα ο 35χρονος σήμερα Αμερικανός ανέπτυξε ισχυρούς δεσμούς φιλίας. Πώς σχολιάζει ύστερα από μερικά χρόνια την μεταγραφή του Βασίλη Σπανούλη στον Ολυμπιακό και τι έχει να πει για τον Δημήτρη Διαμαντίδη; Ποια ιστορία θυμάται με τον Σαρούνας Γιασικεβίτσιους και τι λέει για τα ταξίδια του με τον Μάικ Μπατίστ στο Λας Βέγκας;

Οι απαντήσεις σε όλα τα παραπάνω (και αρκετά ακόμα) ερωτήματα δίνονται από τον ευγενικό, χαμογελαστό και ευδιάθετο Νίκολας στο sdna.gr!

Ντρου, για αρχή πες μου πού βρίσκεσαι τώρα και με τι ασχολείσαι; 

«Είμαι προπονητής τώρα. Ζω στην Φλόριντα, περίπου 30 λεπτά μακριά από το Μαϊάμι. Είμαι assistant coach σε ένα highschool και κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού προπονώ μια ερασιτεχνική ομάδα. Δεν ξέρω αν είστε εξοικειωμένοι με αυτά τα προγράμματα, όμως πολλά παιδιά εδώ το καλοκαίρι παίζουν σε τέτοιες ομάδες και εγώ είμαι ο κόουτς τους».

Παρακολουθείς ακόμα όσα γίνονται στο ευρωπαϊκό μπάσκετ; 

«Βλέπω τι γίνεται στην Euroleague, παρακολούθησα το Final Four. Είχα την ευκαιρία να δω την “μάχη” στον τελικό μεταξύ του Ομπράντοβιτς και του Ιτούδη. Δεν είδα τόσα πολλά παιχνίδια στην regular season, αλλά συχνά μπαίνω στο διαδίκτυο να δω τα σκορ και να μάθω τι κάνουν παίκτες που παίζαμε μαζί ως συμπαίκτες ή ως αντίπαλοι. Τους… τσεκάρω ακόμα!».

Πιστεύεις πως αυτή η εποχή είναι καλύτερη για έναν παίκτη σαν εσένα; Ο τρόπος παιχνιδιού των Γκόλντεν Στέιτ Ουόριορς και το small ball τους έχει υιοθετηθεί από πολλές ευρωπαϊκές ομάδες, που «χτίζουν» ρόστερ με καλούς σουτέρ και αθλητικούς ψηλούς.

«Μπορεί να είναι όντως καλύτερη εποχή για εμένα. Πάντα λέω στα παιδιά στις προπονήσεις πως αν μπορούν να σουτάρουν καλά, θα έχουν μια θέση σε μια ομάδα. Το πιστεύω αυτό. Αν μπορείς να σουτάρεις καλά, ακόμα και αν υστερείς κάπου αλλού, ειδικά στην Ευρώπη θα έχεις πάντα θέση σε μια ομάδα».

Υπάρχει κάποιος σουτέρ στην Ευρώπη που να του «βγάζεις το καπέλο»;

«Θα έλεγα τον Τζέι Σι Κάρολ της Ρεάλ Μαδρίτης. Είναι εξαιρετικός σουτέρ. Ποιος άλλος είναι καλός σουτέρ στην Ευρώπη; Να σκεφτώ…

Κοίτα, ο Ναβάρο είναι επίσης ένας σπουδαίος σουτέρ, αλλά είναι πιο μεγάλος τώρα. Ο Ντιλέινι είναι καλός σουτέρ, ο Τεόντοσιτς είναι καλός σουτέρ, αλλά και καλός πασέρ. Αν έπρεπε να διαλέξω έναν θα έλεγα τον Κάρολ, είναι εξαιρετικός».

Σου λείπει να παίζεις μπάσκετ; 

«Κάθε φορά που μου λείπει το μπάσκετ βγαίνω στο παρκέ για να παίξω, αλλά τότε το κορμί μου μού λέει να σταματήσω! Αυτό είναι ένα… μήνυμα! Όμως, είμαι ακόμα συνδεδεμένος με το μπάσκετ, είμαι προπονητής και απολαμβάνω το άθλημα».

Είχες δηλώσει πως θα άρχιζες και πάλι να παίζεις αν γινόταν κάτι… τρελό και σε έκανε να αποκτήσεις ξανά την αγάπη σου για το άθλημα. Τι σε έκανε να την «χάσεις» και να αποσυρθείς σε μικρή σχετικά ηλικία; Ήσουν 32 ετών όταν σταμάτησες.

«Ακριβώς, ακριβώς, ήμουν 32 ετών. Ξέρεις, κατά τη διάρκεια των χρόνων, δεν θα έλεγα πως σταμάτησα να αγαπώ το παιχνίδι, αλλά σταμάτησα να το απολαμβάνω όσο στην αρχή. Ειδικά την περίοδο που ήμουν στον Παναθηναϊκό απολάμβανα το παιχνίδι, το ευχαριστιόμουν, ήταν η καλύτερή μου εμπειρία. Ο κόσμος δεν καταλαβαίνει πως παίζοντας μια δεκαετία στην Ευρώπη ήμουν μακριά από την οικογένειά μου. Δεν με ενόχλησαν ποτέ οι πολλές προπονήσεις και οι αγώνες. Το “θέμα” μου δεν ήταν τόσο σωματικό, όσο πνευματικό. Αυτός ήταν ο κύριος λόγος.

Επιπλέον, καθ’ όλη τη διάρκεια της καριέρας μου ήθελα να βρίσκω κίνητρα. Να βλέπω ότι ο κόσμος πιστεύει ότι δεν μπορώ να κάνω κάτι, δεν μπορώ να παίξω σε μεγάλες ομάδες όπως ο Παναθηναϊκός, δεν μπορώ να κατακτήσω πρωταθλήματα και ατομικά βραβεία. Τα έκανα όλα αυτά! Και σε εκείνο το σημείο έχασα κάπως το κίνητρό μου».

Υπήρξε κάποιο περιστατικό που σε έκανε να χάσεις το κίνητρό σου ή σε έκανε να μην χαίρεσαι τόσο πολύ το παιχνίδι; 

«Δεν θα το έλεγα αυτό… Ακόμα και όταν ήμουν στον Παναθηναϊκό, στην καλύτερή μου περίοδο, υπήρχαν στιγμές που είχα ξεκινήσει να κοιτάζω μπροστά. Σκεφτόμουν “θα παίξεις δυο – τρία χρόνια ακόμα”. Η σκέψη “έτρωγε” για καιρό το μυαλό μου. Αφού έφυγα από τον Παναθηναϊκό όλα έγιναν πιο ξεκάθαρα.

Είναι αλήθεια πως πήρα καλά συμβόλαια. Για εμένα όμως το μπάσκετ ποτέ δεν σχετιζόταν με τα χρήματα. Έπαιζα γιατί το αγαπούσα. Όταν αυτή η “απόλαυση” ξεκίνησε να… ξεθωριάζει, κατάλαβα πως είχε έρθει η ώρα, έπρεπε να σταματήσω».

Λίγες μέρες μετά την απομάκρυνσή σου από τα παρκέ είχες αναφέρει στο Twitter πως είσαι «PAO for life». Τι σε έκανε να δεθείς τόσο με την ομάδα; 

«Αρχικά, στον Παναθηναϊκό ήμουν μόνο μια τριετία, αλλά για εμένα ήταν το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα που έμεινα σε μια ομάδα στην Ευρώπη. Κατάκτησα δύο Euroleague σε τρία χρόνια, δημιούργησα μια ισχυρή φιλία με τον Μάικ Μπατίστ και ήμουν μέρος μια φανταστικής κατάστασης με τον κόουτς Ομπράντοβιτς και τον κόουτς Ιτούδη. Ένιωθα πως είμαι με την οικογένειά μου. Τίποτα παραπάνω… Υπήρχε αμοιβαίος σεβασμός και αγάπη και από τις δύο πλευρές. Είναι κάτι που δεν θα ξεχάσω ποτέ».

Ποια ήταν η καλύτερή σου στιγμή με τον Παναθηναϊκό; Ίσως η άμυνα πάνω στον Σισκάουσκας το 2009; 

«Κοιτά, αυτή ήταν μία από τις καλύτερες στιγμές, από τις πιο κρίσιμες. Ωστόσο, ξεχωρίζω τη σειρά με την Μπαρτσελόνα το 2011. Κανένας δεν περίμενε πως μπορούμε να τα καταφέρουμε, όλοι μας αντιμετώπιζαν ως το μεγάλο αουτσάιντερ. Τραυματίστηκα στο Game 4, αλλά νομίζω πως αυτή η σειρά και η πρόκριση σε εκείνο το Final Four ήταν το μεγαλύτερο κατόρθωμά μας στην τριετία που αγωνίστηκα στον Παναθηναϊκό».

Θυμάσαι το… πάρτι που είχε στηθεί στις εξέδρες σε εκείνα τα ματς με την Μπαρτσελόνα; 

«Φυσικά! Αυτή η ατμόσφαιρα ήταν… τρελή. Υπήρχαν 20.000 – 25.000 οπαδοί στις εξέδρες. Πίστεψέ με, είναι κάτι που ακόμα δείχνω εδώ στους φίλους μου στις ΗΠΑ. Οι άνθρωποι στην Αμερική δεν καταλαβαίνουν πόσο ξεχωριστό είναι να αγωνίζεσαι στο ΟΑΚΑ σε τέτοια παιχνίδια, γι’ αυτό τους δείχνω σε βίντεο. Είναι κάτι προτόγνωρο γι’ αυτούς. Το βλέπουν και απλά… χαζεύουν».

Πες μου κάτι για την άμυνά σου στον «Σίσκα»… Τι σκέφτεται ένας παίκτης όταν παίζει μια τέτοια άμυνα; Μίλησε μου για την πίεση, το άγχος, τα συναισθήματα που μπορούν να δημιουργηθούν σε μια τόσο οριακή φάση. 

«Δεν είχα χρόνο να το σκεφτώ τόσο καλά. Θυμάμαι όμως πώς παίξαμε. Μάρκαρα από την αρχή τον Σισκάουσκας, είχαμε αλλάξει το μαρκάρισμα με τον Διαμαντίδη. Έπαιζε εξαιρετικά και ήταν πάρα πολύ καλός σε όλο το τουρνουά. Παίρνει, λοιπόν, την μπάλα και σκέφτομαι ότι πρώτον πρέπει να μείνω μπροστά του και δεύτερον οφείλω να προσπαθήσω να αλλοιώσω το σουτ του. Όταν σούταρε το τρίποντο ήμουν πραγματικά πολύ φοβισμένος. Σκέφτηκα για λίγο πως μπορεί να κάνει drive, να θελήσει να πάρει ένα φάουλ ή να πάει για ένα λέι απ. Ήταν τρελό, ήθελε να πάρει μόνος του το παιχνίδι ακριβώς σε εκείνη τη φάση».

Και μετά; Λύτρωση;

«Θα έλεγα καλύτερα ανακούφιση. Μια στιγμή απόλαυσης και ανακούφισης. Ήταν ένα συναίσθημα που είχα ξανά όταν πήρα το πρωτάθλημα στο NCAA το 2002. Μια στιγμή ανάμεσα στην ανακούφιση και στη χαρά του πρωταθλητή».

Με τον κόσμο του Παναθηναϊκού γνωρίζουμε τη σχέση σου. Τον αγάπησες και σε αγάπησε. Με τη διοίκηση ποια ήταν η σχέση σου; 

«Για να είμαι ειλικρινής, δεν είχα τόσο στενή σχέση με τους κυρίους Γιαννακόπουλους, όπως έβλεπα ότι είχαν άλλοι παίκτες. Προφανώς, με σεβάστηκαν, μου συμπεριφέρθηκαν με τον καλύτερο τρόπο. Όμως, δεν είχα πολλές συζητήσεις μαζί τους, δεν θα έλεγα πως είχαμε ξεχωριστό “δέσιμο”. Ήμουν ένας από τους παίκτες τους και ήμουν ευχαριστημένος και ευγνώμων για τον τρόπο που μας φερόντουσαν και το πόσο μας βοηθούσαν».

Με τον Ζέλικο Ομπράντοβιτς και τον Δημήτρη Ιτούδη πώς ήταν η συνεργασία σας;

«Πάντα η σχέση μου μαζί τους ήταν μοναδική, κάτι… special. O κόουτς Ιτούδης ήταν εκείνος που συνήθως “έτρεχε” την προπόνηση, τις περισσότερες φορές έτσι γινόταν. Από την άλλη, ο κόουτς Ομπράντοβιτς παρατηρούσε τι κάναμε και μιλούσε όταν πίστευε πως χρειαζόταν να παρέμβει. Ο Ιτούδης ήταν εκείνος που κατά τη διάρκεια των προπονήσεων μας μιλούσε πιο πολύ και μας έλεγε τι να κάνουμε. Μετά, στα παιχνίδια τα πράγματα άλλαζαν. Ο Ομπράντοβιτς μας έδινε οδηγίες, ήξερε πώς να χειριστεί τις προσωπικότητες και προσπαθούσε να είναι σίγουρος πως όλοι είμαστε στον ίδιο δρόμο και σκεφτόμαστε τα ίδια πράγματα. Ήταν κάτι πραγματικά μοναδικό. Δεν το βλέπεις συχνά αυτό στο μπάσκετ μεταξύ προπονητών».

Θυμάσαι κάποια ξεχωριστή ιστορία μαζί τους;

«(γελάει). Δεν ξέρω, προσπαθώ να σκεφτώ. Αυτή είναι μια δύσκολη ερώτηση… Δεν υπάρχει μια συγκεκριμένη ιστορία. Ειλικρινά, δεν έχω μία και μόνο ιστορία για να σου πω.

Απλά σκέφτομαι τη σχέση που είχαν μεταξύ τους. Θυμάμαι πως ήταν σαν αδέλφια. Μιλούσαν για το μπάσκετ, μπορεί να είχαν εντελώς διαφορετικές απόψεις και μάλωναν, όπως ακριβώς κάνουν τα αδέλφια».

Υπήρχε ένα παιχνίδι το 2010 που είχες βάλει επτά τρίποντα κόντρα στον Ολυμπιακό. Ήσουν πάντα καλός σκόρερ, όμως πώς έπρεπε να προετοιμαστείς πνευματικά πριν από τέτοια παιχνίδια;

«Αυτό ήταν ένα από τα πράγματα που έκανε ο κόουτς Ομπράντοβιτς με πραγματικά εξαιρετικό τρόπο… Ήξερε πώς να μας έχει ψυχολογικά προετοιμασμένους για τα μεγάλα ματς. Εννοώ τα παιχνίδια με τον Ολυμπιακό, τα πλέι οφ, το Top 16 και τα Final Four. Όταν είσαι συγκεντρωμένος και αφοσιωμένος δίνεις περισσότερη σημασία σε όλες τις μικρές λεπτομέρειες της προπόνησης, κάνεις περισσότερα σουτ, ετοιμάζεσαι καλύτερα. Αλλά και πάλι, όταν παίζαμε στην έδρα μας, με τον κόσμο μας και την ενέργεια που μας έδινε, πάντα συγκεντρωνόμασταν. Δεν έχω ξεχάσει εκείνο το παιχνίδι. Μόλις έβαλα το πρώτο τρίποντο ένιωσα καλά, όσα σουτ δοκίμασα έβλεπα πως πηγαίνουν καλά και είχαν τύχη να μπουν. Ο κόουτς ήξερε πάντα πώς έπρεπε να χειριστεί τέτοιες καταστάσεις».

Η αντιπαλότητα με τον Ολυμπιακό τι ρόλο έπαιζε στα αποδυτήρια; Σας συσπείρωνε αυτή η κόντρα πριν από τα μεγάλα παιχνίδια;

«Σίγουρα. Όσο περνούσε ο χρόνος που ήμουν στον Παναθηναϊκό, τόσο καλύτερα αντιλαμβανόμουν την αντιπαλότητα που υπάρχει με τον Ολυμπιακό. Όταν πρωτοφτάνεις σε μία από τις δύο ομάδες και είσαι νέος παίκτης δεν καταλαβαίνεις τόσο καλά τι σημαίνουν αυτά τα ματς. Γνωρίζεις, βέβαια, πως είναι μεγάλα παιχνίδια, πολύ σημαντικά για την ομάδα στην οποία αγωνίζεσαι. Ύστερα από ένα – δυο χρόνια καταλαβαίνεις τι πραγματικά είναι αυτά τα ματς. Η ομάδα γίνεται οικογένειά σου και αντιλαμβάνεσαι αλλιώς τέτοια πράγματα».

Πώς βίωσες εσύ το «άλμα» του Βασίλη Σπανούλη από τον Παναθηναϊκό στον Ολυμπιακό; Το συζητήσατε ποτέ;

«Δεν το συζήτησα ποτέ μαζί του. Θυμάμαι το καλοκαίρι που ήταν free agent και σκεφτόταν τι έπρεπε να κάνει στην καριέρα του. Ό,τι και να γινόταν, όποια ομάδα κι αν διάλεγε, δεν θα κοιτούσα τον Σπανούλη ποτέ διαφορετικά. Θα ήταν ένας φίλος μου και ένας συμπαίκτης μου. Δεν άλλαξε κάτι για εμένα όταν πήγε στον Ολυμπιακό, γιατί στο τέλος της ημέρας η απόφαση ήταν δική του. Δεν ήμουν στη θέση του. Πήρε την απόφαση που θεώρησε καλύτερη για την καριέρα του. Έτσι το είδα.

Την πρώτη φορά που παίξαμε με τον Ολυμπιακό και μπήκαμε στο παρκέ με διαφορετικές ομάδες ήταν εχθρός. Μόλις βγήκαμε από το γήπεδο, όλα επέστρεψαν στο φυσιολογικό».

Για τον Δημήτρη Διαμαντίδη τι έχεις να πεις; Πριν από μερικές μέρες ολοκληρώθηκε κι επίσημα η καριέρα του στο μπάσκετ…

«Λοιπόν, Νο. 1 είναι ο φίλος μου, ο Δημήτρης. Πρόκειται για έναν από τους πιο ειλικρινείς και καλούς ανθρώπους που γνωρίζω. Πάντα προσπαθεί να κάνει το σωστό, βάζει την ομάδα πάνω από εκείνον και θυσιάζεται για αυτήν. Αυτό φαινόταν στο παιχνίδι του.

Μετά, έρχεται ο παίκτης Διαμαντίδης. Η σχέση του με τον κόσμο του Παναθηναϊκού είναι ξεχωριστή γιατί πρόκειται για έναν από τους κορυφαίους παίκτες που φόρεσαν τη φανέλα της ομάδας. Θα έλεγα πως είναι ο καλύτερος παίκτης στην ιστορία του Παναθηναϊκού, αλλά ίσως να κάνω λάθος. Όσα έκανε για αυτό τον σύλλογο θα μνημονεύονται για πάντα. Ίσως μια μέρα κάποιος άλλος να κάνει εξίσου πολλά πράγματα για την ομάδα, όμως κανείς δεν θα ξεχάσει τον Διαμαντίδη».

Θα ήθελες να συνεργαστείς ξανά με τον Παναθηναϊκό σε κάποιο διαφορετικό πόστο (τεχνικό επιτελείο – σκάουτ); 

«Θα το ήθελα πάρα πολύ. Πάντα μιλάω για τον Παναθηναϊκό, όταν με ρωτούν πού πέρασα πιο καλά λέω για τον Παναθηναϊκό. Αγάπησα πολύ την Ελλάδα, τους Έλληνες, τον τρόπο ζωής σας. Βέβαια, μπορεί για εμένα το lifestyle στην Ελλάδα να ήταν τόσο ωραίο γιατί έπαιζα στον Παναθηναϊκό. Αλλά όπως και να ‘χει, θα είμαι πάντα κάτι παραπάνω από πρόθυμος να επιστρέψω και να είμαι μέλος του συλλόγου. Αυτή η ομάδα έχει μια θέση στην καρδιά μου».

Σε ρώτησα πριν για τον Ομπράντοβιτς και τον Ιτούδη και δεν μου είπες κάποια ιστορία, αλλά τώρα δεν θα “ξεφύγεις” πάλι! Εντάξει; 

«Σύμφωνοι».

Θα σε ρωτήσω για δύο ανθρώπους… Πρώτα, θέλω να μου πεις μια ιστορία με τον Σαρούνας Γιασικεβίτσιους, κάτι που να θυμάσαι με εσένα και εκείνον εκτός παρκέ. Και μετά μία με τον Μάικ Μπατίστ, που έμαθα πως πηγαίνετε για διακοπές μαζί κάθε χρόνο στο Λας Βέγκας!

«(γελάει). Όχι και κάθε χρόνο! Δεν πηγαίνουμε κάθε χρόνο, αλλά είναι αλήθεια ότι έχουμε πάει μία φορά. Ή και δύο φορές!».

Μία ιστορία με τον «Σάρας»; 

«Μου έρχεται στο μυαλό μου μια ιστορία, απλά προσπαθώ να σκεφτώ ποια χρονιά ήταν. Αν δεν κάνω λάθος ήταν το 2010, η χρονιά που αποκλειστήκαμε στο Top 16 της Euroleague. Είχαμε πάει με τον “Σάρας” στο Τελ Αβίβ, χρειαζόμασταν μερικές μέρες ξεκούρασης.

Αυτό που θυμάμαι είναι ότι όπου κι αν πηγαίναμε υπήρχαν παπαράτσι! Κυριολεκτικά, παντού… Ο “Σάρας” στο Τελ Αβίβ είναι σαν τον Μάικλ Τζόρνταν! Είναι αυτό που θυμάμαι πιο έντονα. Είτε ήμασταν σε μια παραλία, είτε για φαγητό, είτε για ένα ποτό αργά το βράδυ, πάντα υπήρχαν μάτια που μας έβλεπαν».

Ήταν αρκετά κουραστικό αυτό;

«Πάρα πολύ… Και τώρα, μια ιστορία για εμένα και τον Μάικ στο Βέγκας. Ξέρεις, έχουμε κάποιες ιστορίες από το Λας Βέγκας. Αλλά…».

Αλλά, what happens in Vegas stays in Vegas;

«(γελάει). Ναι, ναι. Αυτή είναι μια καλή φράση για να χρησιμοποιήσεις. Καλύτερα να μείνουμε εκεί… Ό,τι συμβαίνει στο Λας Βέγκας, μένει στο Λας Βέγκας! Θα το αφήσουμε καλύτερα έτσι, what happens in Vegas stays in Vegas!».

Πηγή: SDNA.gr
Το Prasinoforos.gr είναι ένας καινούργιος σχετικά ιστότοπος που ως στόχο του έχει την ενημέρωσή σας για θέματα που αφορούν το Παναθηναϊκό. Εδώ θα μπορείτε να δείτε πρώτοι ειδήσεις, άρθρα ιστορικά και μη, καθώς και να σχολιάσετε έχοντας ως στόχο όλοι να έρθουμε πιο κοντά δια μέσου του website μας καθώς και των Social Media με σκοπό την ανταλλαγή απόψεων και επιπροσθέτως ένα ακόμα άνοιγμα του "ορίζοντα" σε ότι έχει να κάνει με την ομάδα που όλοι αγαπάμε.