Ομπράντοβιτς: «Λυπάμαι αν απογοήτευσα κάποιους που δεν επέστρεψα στον Παναθηναϊκό»

Ο Ζέλικο Ομπράντοβιτς έδωσε μια μακροσκελή συνέντευξη στο gazzetta.gr αναφερόμενος και στις καλοκαιρινές φήμες που τον ήθελαν να επιστρέφει στην Παναθηναϊκό.

Διαβάστε αναλυτικά όσα είπε:

Πως πέρασαν, λοιπόν αυτά τα 30 χρόνια έπειτα από το Κύπελλο Πρωταθλητριών με την Παρτιζάν; Σαν 30 δευτερόλεπτα ή σαν 30 ζωές;
«Όλα άρχισαν εδώ και θα είμαι πάντα ευγνώμων για εκείνη την ευκαιρία. Εδώ έγινα προπονητής και στη συνέχεια είχα την ευκαιρία να δουλέψω σε διαφορετικές χώρες, να καταλάβω τις κουλτούρες τους και να χτίσω σχέσεις ζωής. Αρχίζοντας από την Μπανταλόνα, τη Ρεάλ και το Τρεβίζο… Έπειτα, εκείνα τα 13 χρόνια στον Παναθηναϊκό και τα τελευταία 7 στη Φενέρμπαχτσε. Αν το καλοσκεφτείς, είναι κάτι πραγματικά σπουδαίο και ξεχωριστό. Τα 30 χρόνια είναι ένα τεράστιο διάστημα».

Εν τέλει κόουτς, το πεπρωμένο μας το φτιάχνουμε ή το βρίσκουμε έτοιμο;
«Δεν ξέρω… Πολλοί άνθρωποι πιστεύουν στο πεπρωμένο, στη μοίρα ή όπως αλλιώς θες να το πεις. Αυτό που πιστεύω είναι πως έρχονται στιγμές που πρέπει να πάρουμε σημαντικές αποφάσεις. Να αποφασίζουμε για το μέλλον μας, για τη ζωή μας, για το τι θέλουμε πραγματικά να κάνουμε. Εκεί, λοιπόν πρέπει να είσαι έτοιμος. Στην περίπτωσή μου, είχα ήδη αποφασίσει. Όλα έχουν να κάνουν με το συναίσθημα. Από την ώρα που θα πάρω μια απόφαση, δεν θα μπω στη διαδικασία να σκεφτώ τι θα γινόταν αν έπαιρνα διαφορετικό δρόμο. Αποφασίζεις και ζεις με τις επιλογές σου. Παίρνεις μια απόφαση και ζεις με αυτήν! Τη στηρίζεις και πρέπει να φτάσεις την ιδέα σου ως το τέρμα. Είναι σημαντικό να νιώθεις καλά, να είσαι χαρούμενος. Πιστεύω πως η ευτυχία είναι το πιο σπουδαίο πράγμα στη ζωή. Μαζί, φυσικά με την υγεία».

Πόσο άλλαξε ο Ζέλικο Ομπράντοβιτς αυτά τα 30 χρόνια;
«Πλέον είμαι 61. Είναι λογικό και επόμενο να αλλάζουν τα πράγματα όσο περνούν τα χρόνια. Αρχικώς, η εμπειρία που αποκτάς σε βοηθάει να καταλάβεις καλύτερα κάποιες καταστάσεις δουλεύοντας με διαφορετικούς χαρακτήρες, με διαφορετικούς παίκτες, με διαφορετικά κλαμπ και διαφορετικές κουλτούρες… Σε βοηθάει πολύ. Πιστεύω πως για έναν προπονητή, είναι πολύ σημαντικό να καταλάβει εξ αρχής τι θέλει. Έχεις τη δική σου φιλοσοφία όμως πρέπει να κατανοήσεις που ζεις, με ποιον ζεις, με ποιον μοιράζεσαι ιδέες… Πάντα θα είμαι ευγνώμων στους ανθρώπους που με βοήθησαν σε αυτή τη δουλειά».

Από την άλλη πλευρά, τι είναι αυτό που έμεινε ίδιο;
«Το κίνητρο είναι το ίδιο με τότε. Συνεχίζω να πιστεύω πως χωρίς αυτό, δεν μπορείς να κάνεις τίποτα στη ζωή σου. Χρειάζεται να έχεις κίνητρο, χρειάζεται να αφιερώνεις χρόνο σε αυτό που κάνεις, κυρίως όμως να αγαπάς αυτό που κάνεις. Πιστεύω, λοιπόν πως από αυτή την άποψη, δεν έχω αλλάξει. Έχω το ίδιο πάθος για το μπάσκετ όπως στην πρώτη προπόνηση που έκανα πριν από 30 χρόνια, όταν βρέθηκα ανάμεσα στα πιτσιρίκια της Παρτιζάν. Οι παίκτες είναι εκείνοι που σου δίνουν κίνητρο κάθε μέρα. Σε γεμίζει όταν τους βλέπεις να βελτιώνονται μέρα με τη μέρα, προπόνηση με προπόνηση… Αυτό σε κάνει να νιώθεις πραγματικά όμορφα».

Πίσω στο 1991… Εκείνη η πρόταση του Ντράγκαν Κιτσάνοβιτς ήταν σαν την ατάκα στον «Νονό»; Θα του κάνω μια πρόταση που δεν μπορεί να αρνηθεί;
«Θα σου πω κάτι… Αν το σκεφτείς τώρα, ακούγεται πολύ απλό. Θα πεις ΟΚ, έχουν περάσει 30 χρόνια, ήλθαν αποτελέσματα, τίτλοι όμως πίστεψέ με, εκείνη τη στιγμή δεν ήταν καθόλου εύκολο. Θυμάμαι πως μόνο δυο άνθρωποι με πίστεψαν. Ο αντιπρόεδρος Ντράγκαν Κιτσάνοβιτς και ο κουμπάρος μου, ο Μιλένκο Σάβοβιτς που πέθανε πρόσφατα, την 1η Μαρτίου. Κανείς άλλος δεν πίστεψε σε εμένα! Επίσης, το ζήτημα είχε να κάνει με το timing. Στο μυαλό μου, εκείνη η εθνική Γιουγκοσλαβίας ήταν το φαβορί για να κατακτήσει το χρυσό μετάλλιο στη Ρώμη, κάτι που τελικά πέτυχε με όλους εκείνους τους σπουδαίους παίκτες και προπονητή τον Ντούσαν Ίβκοβιτς. Τους ζήτησα να το κάνουμε μετά το Ευρωμπάσκετ, όμως επέμεναν πως έπρεπε να αποφασίσω αμέσως αλλιώς θα έβρισκαν μια άλλη λύση. Εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσα να σκεφτώ πως θα είναι η ζωή μου σε 30 χρόνια. Ήταν αδύνατον να κοιτάξω τόσο μακριά».

Σε ποιον ρόλο συνηθίσατε πιο γρήγορα; Σε αυτόν του προπονητή ή σε εκείνον του παππού, που γίνατε πρόσφατα;
«Είναι διαφορετικό. Ενδεχομένως ο κόσμος δεν ξέρει ότι πλέον είμαι παππούς. Δεν με φωνάζουν ακόμα παππού, οπότε νομίζω πως συνήθισα πιο γρήγορα στον ρόλο του προπονητή».

Λένε πως κάποιες στιγμές καθορίζουν την πορεία μας. Έχετε σκεφτεί πως η ιστορία θα είχε γραφτεί διαφορετικά αν ο Σάσα Τζόρτζεβιτς δεν έβαζε εκείνο το τρίποντο στην Κωνσταντινούπολη;
«Δεν ξέρω… Όλη αυτή η κουβέντα είναι υποθετική. Η αλήθεια είναι πως το σουτ του Σάσα μας βοήθησε όλους στην καριέρα μας. Ξέρεις κάτι; Είναι πολύ εύκολο να λες κάτι τέτοιο και να βγάζεις συμπεράσματα. Όλος ο κόσμος μιλάει για εκείνο το σουτ. Το μπάσκετ όμως είναι κάτι άλλο. Έβαλε εκείνο το καλάθι και κερδίσαμε. Είχαμε κάνει εξαιρετικό παιχνίδι. Ήταν η πιο νεανική ομάδα στην ιστορία του μπάσκετ που κατακτά το Κύπελλο Πρωταθλητριών. Ήταν εύκολο για εμάς να είχαμε κερδίσει το παιχνίδι νωρίτερα και να είμαστε Πρωταθλητές Ευρώπης. Όλοι μιλούν για εκείνο το σουτ. Αν δεις όμως ξανά το καλάθι του Γιοφρέσα πριν από το τρίποντο του Τζόρτζεβιτς… Ήταν τρομερά δύσκολο καλάθι. Είπαμε πριν για τη μοίρα. Ο Σάσα άξιζε εκείνο το σουτ. Το μεγάλο όνειρο όλων των Σέρβων παικτών ήταν αυτό. Να τρέξουν όλο το γήπεδο, να πάρουν το τελευταίο σουτ και να σκοράρουν στο τελευταίο δευτερόλεπτο! Δίχως αμφιβολία, εκείνο το σουτ άλλαξε τη ζωή μας. Όμως όπως σου εξήγησα, πιστεύω πως θα μπορούσαμε να είχαμε κερδίσει το παιχνίδι πολύ νωρίτερα».

Ποιος ήταν ο μεγαλύτερος φόβος σας σαν rookie προπονητής;
«Ο φόβος δεν είναι η σωστή λέξη. Δεν είναι ο φόβος το συναίσθημα που ένιωθα εκείνη τη στιγμή… Αυτό που με ένοιαζε περισσότερο από κάθε άλλο εκείνη την πρώτη χρονιά ήταν να έχω την απάντηση σε κάθε ερώτηση που μπορούσε να κάνει κάποιος παίκτης μου! Όπως τώρα, έπειτα από 30 χρόνια που τα πράγματα πλέον είναι πολύ εύκολα για μένα. Ήθελα να έχω την απάντηση σε κάθε ερώτηση. Αν δεν είχα τη σωστή απάντηση, θα ήταν πολύ δύσκολο να με σεβαστούν! Προσπαθώ να προετοιμάζω τον εαυτό μου για να έχω τη σωστή απάντηση. Κάθε στιγμή. Φυσικά εκείνη την περίοδο ήταν τεράστια η βοήθεια από τον προφέσορα Νίκολιτς. Πέρασα δυο χρόνια στο πλευρό του και δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία πως πήρα τη σωστή απόφαση έπειτα από τον πρώτο χρόνο μου στην Παρτιζάν που κερδίσαμε τα πάντα, όταν αποφάσισα να μείνω άλλη μια χρονιά ενώ είχα προτάσεις. Επειδή ακριβώς θα είχα τη δυνατότητα να δουλέψω ξανά με τον Άτσα Νίκολιτς. Ήταν μια από τις καλύτερες αποφάσεις της ζωής μου! Συνέχισα να βελτιώνομαι. Πιστεύω πως κάθε μέρα είναι μια ευκαιρία για να βελτιώνεσαι. Βελτιώνομαι ακόμα και τώρα, στα 61 μου! Συζητάω με τους συνεργάτες μου, με κόσμο που αγαπάει το μπάσκετ, με ανθρώπους που βρίσκονται ήδη πολλά χρόνια στο κλαμπ. Κάθε πληροφορία που λαμβάνω είναι χρήσιμη».

Και ποιο ήταν το μεγαλύτερο όνειρο;
«Όποιος δεν έχει όνειρα, δεν θα πετύχει ποτέ… Τα όνειρα είναι μέρος της ζωής μας. Το καύσιμο που θα σε κουβαλήσει. Η αλήθεια είναι πως ποτέ δεν ονειρεύτηκα όσα ακολούθησαν. Ότι θα βρεθώ, δηλαδή στη θέση που είμαι τώρα. Το όνειρό μου ήταν απλώς να είμαι χαρούμενος κάθε μέρα, να πηγαίνω στην προπόνηση, να δω μέχρι που έχω πιθανότητες να φτάσω».

Εκείνη την πρώτη χρονιά, το pick-n-roll είχε ήδη μπει στη ζωή σας ή ήλθε αργότερα;
«Είχαμε κάποια plays με pick-n-roll, όχι όμως όπως το κάναμε στον Παναθηναϊκό κι έπειτα στη Φενέρμπαχτσε ή τώρα στην Παρτιζάν. Όχι τόσο πολύ».

Πόσο σας επηρέασε το εμπάργκο στη Γιουγκοσλαβία, τότε που η Παρτιζάν έδινε τους αγώνες της στη Φουενλαμπράδα;
«Ο Μιλένκο Σάβοβιτς βρέθηκε εκεί για να βρει μέρος για τους εντός έδρας αγώνες μας. Η Φουενλαμπράδα ήταν πολύ κοντά στη Μαδρίτη. Υπήρξαν περίοδοι που μείναμε εκεί 7-10 μέρες για να δώσουμε δυο αγώνες στο Κύπελλο Πρωταθλητριών. Θυμάμαι πως πριν από το πρώτο μας παιχνίδι στη Φουενλαμπράδα, δεν είχαμε την παραμικρή εμπειρία. Δεν ξέραμε πως θα μας υποδεχθούν οι Ισπανοί. Είπα λοιπόν στους παίκτες μου πως πρέπει να παίξουμε σαν να έχουμε μπροστά μας έναν τελικό, πρέπει να δείξουμε χαρακτήρα, πρέπει να αναγκάσουμε αυτόν τον κόσμο να γίνει δικός μας! Κάτι που τελικά συνέβη. Όλη τη χρονιά ήταν σαν να παίζαμε στο Βελιγράδι. Η ομάδα πλέον ήταν η Παρτιζάν Φουενλαμπράδα. Επίσης, η παρουσία μας εκεί βοήθησε τον Δήμο της Φουενλαμπράδα να αποκτήσει τα επόμενα χρόνια ομάδα στην ACB. Ακόμα και στα δυο παιχνίδια που δώσαμε κόντρα σε ισπανικές ομάδες κόντρα στην Μπανταλόνα και την Εστουδιάντες, μας στήριξαν! Το συζητούσαμε μεταξύ μας και η απάντησή τους μας είχε καθηλώσει: “Η Παρτιζάν είναι η ομάδα της πόλης μας”! Αναπτύξαμε τρομερούς δεσμούς».

Την περασμένη εβδομάδα ο Ντούσαν Ίβκοβιτς έκανε κάποιες δηλώσεις, τονίζοντας μεταξύ άλλων πως «εξήγησα στον Ζέλικο πως η απόφασή του να πάει στην Παρτιζάν ήταν ένα μεγάλο ρίσκο». Τελικά, γιατί δεν ακούσατε τον κουμπάρο σας;
«Όλοι ξέρουν τη σχέση μου με τον Ντούντα. Είναι ένα άτομο που θαυμάζω πολύ, που έχουμε οικογενειακούς δεσμούς και πάντα τον ακούω. Το συζητήσαμε. Στο τέλος της ημέρας όμως, η απόφαση είναι δική μου. Προσπάθησα να του εξηγήσω για να καταλάβει το κίνητρό μου και τον λόγο που γύρισα. Ο κόσμος ρωτάει συνέχεια… Κάποιοι λένε πως θα βγω χαμένος με την απόφασή μου. Η ερώτηση μου είναι τι έχω να χάσω; Πείτε μου… Τι έχω να χάσω τώρα; Ξέρω μόνο ένα πράγμα. Ότι θα δοκιμάσω τα πάντα, ότι θα δώσω ό,τι έχω μέσα μου και θα ζητήσω από τους παίκτες μου να κάνουν το ίδιο για να πετύχουμε. Αν αυτό δεν είναι αρκετό, πείτε μου εσείς. Τι μπορώ να κάνω; Θα τα έχω καλά με τον εαυτό μου επειδή θα ξέρω πως προσπάθησα να κάνω τα πάντα. Στη ζωή έχεις καλές και κακές στιγμές. Μέχρι στιγμής, μιλώντας για την επαγγελματική ζωή μου, έχω ζήσει πολλές όμορφες στιγμές. Υπήρξαν όμως και οι αναποδιές. Είναι μέρος της ζωής. Ό,τι συμβαίνει σήμερα, αύριο είναι απλώς παρελθόν. Πρέπει να σκεφτείς αυτό που έχεις μπροστά σου. Αυτός πιστεύω πως είναι ο μόνος τρόπος».

Το γενικό συναίσθημα πάντως είναι πως η Παρτιζάν πρέπει να κερδίζει κάθε παιχνίδι, πρέπει να κερδίσει την Αδριατική Λίγκα, πρέπει να κερδίσει το EuroCup, πρέπει να παίξει στην επόμενη EuroLeague…
«Το θέμα είναι ποιος λέει κάτι τέτοιο…».

Οι φίλαθλοι…
«ΟΚ, έχουν δίκιο. Έχουν δίκιο να σκέφτονται ό,τι θέλουν. Δεν θα πω ποτέ σε κάποιον τι να σκέφτεται και πως να σκέφτεται. Πάντα λέω πως υπάρχουν άνθρωποι που με αγαπούν, άνθρωποι που με θαυμάζουν και άνθρωποι που απλώς δεν με συμπαθούν. Δεν θέλω να πω ότι με μισούν, απλώς δεν με συμπαθούν. Όμως αυτό είναι φυσιολογικό. Είμαι περισσότερο χαρούμενος με τους κοντινούς μου ανθρώπους, με την οικογένειά μου, με τους φίλους μου και κάποιους άλλους ανθρώπους που με αγαπούν. Το ξέρω. Από την άλλη πλευρά, το πιο σημαντικό πράγμα για μένα είναι τι σκέφτονται οι άνθρωποι της Παρτιζάν. Και ξέρω πως με εμπιστεύονται. Με αυτό, είμαι εντάξει. Όποιος άλλος έχει να πει κάτι άλλο, το σέβομαι αλλά δεν με ενδιαφέρει. Κάποιοι θα προσπαθήσουν να βάλουν πίεση, ότι ο Ομπράντοβιτς πρέπει να κάνει αυτό ή το άλλο. Επομένως, τι γίνεται με την πίεση; Η Αδριατική Λίγκα φέτος είναι πολύ ισχυρή, υπάρχουν πολύ δυνατά ρόστερ όπως η Μπουντούτσνοστ, ο Ερυθρός Αστέρας, η Ολίμπια και η Μόρναρ. Τους σεβόμαστε όλους. To EuroCup επίσης. Ο κόσμος μιλάει για τα μπάτζετ. Τα μεγάλα μπάτζετ κλπ… Δεν μου αρέσουν αυτές οι κουβέντες. Πρέπει να έχουμε υπομονή, πρέπει να προσπαθήσουμε να κάνουμε τα πάντα και στο τέλος της χρονιάς θα δούμε. Ποιος τελικά αποφασίζει για εμάς; Υπάρχει ένας πρόεδρος, υπάρχουν φίλαθλοι, υπάρχουν άνθρωποι που θα πουν πως ο κόουτς έκανε καλή ή κακή δουλειά. Δεν είναι η πρώτη φορά. Το ζω σε κάθε κλαμπ που δουλεύω. Αμέσως οι προσδοκίες είναι μεγάλες, όλοι μιλούν αμέσως για τίτλους και αποτελέσματα. Ότι πρέπει, πρέπει, πρέπει».

Κόουτς, αναφέρατε προηγουμένως τους ανθρώπους που δεν σας συμπαθούν και το θέμα με τα μπάτζετ. Πιστεύετε, λοιπόν πως αυτή η επιστροφή στην Παρτιζάν είναι η απάντηση σε αυτούς που λένε πως ο Ζέλικο Ομπράντοβιτς πάντα δουλεύει με μεγάλα μπάτζετ;
«Θα σου δώσω ένα παράδειγμα… Ήμουν προπονητής στην Παρτιζάν και την πρώτη χρονιά μου, πήραμε και τους τρεις τίτλους. Πήραμε το πρωτάθλημα, το κύπελλο στη Γιουγκοσλαβία και το Κύπελλο Πρωταθλητριών. Κάποια στιγμή, λοιπόν βρέθηκαν χρήματα για να δοθούν κάποια μπόνους. Επέμενα να πληρωθούν πρώτα οι παίκτες μου και οι συνεργάτες μου. Τους είπα: “Όταν έχετε λεφτά, θα δώσετε και σε εμένα”. Ήλθε η δεύτερη χρονιά. Η οικονομική κατάσταση ήταν μια καταστροφή. Δούλεψα για το μηδέν! Μηδέν! Όλη τη χρονιά πήρα μηδέν ευρώ! Μηδέν δηνάρια! Και δεν πήρα ποτέ κανένα μπόνους! Αυτή ακριβώς ήταν η κατάσταση στη δεύτερη χρονιά μου στην Παρτιζάν. Και τώρα πρέπει να μπω στη διαδικασία να απαντήσω σε αυτούς που λένε ότι δουλεύω για τα χρήματα, ότι το σημαντικό για μένα είναι τα μπάτζετ και τα συμβόλαια; Πρέπει να απαντήσω κάτι σε αυτούς; Την επόμενη χρονιά πήγα στην Μπανταλόνα. Αν δεις το μπάτζετ της Μπανταλόνα σε σχέση με άλλες ομάδες, θα καταλάβεις. Μετά πήγα στο Τρεβίζο. Τη Ρεάλ Μαδρίτης, τον Παναθηναϊκό και τη Φενέρμπαχτσε. Πάντα ο κόσμος θα είναι στο πλευρό σου ή θα προσπαθεί να σε κατηγορήσει για κάτι. Ξέρω ποια είναι η αλήθεια και κυρίως, πως αισθάνομαι. Από την άλλη πλευρά, μετά από 30 χρόνια που κάνω αυτή τη δουλειά και ό,τι έχω πετύχει, νομίζω πως έχω πλέον το δικαίωμα να αποφασίζω για τη ζωή μου. Το που θα πάω να δουλέψω. Έτσι δεν είναι; Τη μέρα της παρουσίασής μου είπα πως ο λόγος που γύρισα στην Παρτιζάν είναι βαθιά μέσα μου! Επειδή αγαπώ αυτή την ομάδα. Όλα αρχίζουν από αυτό».

Πλέον τι ενεργοποιεί την προσωπικότητά σας σε αυτή τη φάση της ζωής σας;
«Πιστεύω πως σε κάθε φάση της ζωής σου, πρέπει να συζητάς με τον εαυτό σου για το τι θέλεις πραγματικά. Σταμάτησα έναν χρόνο και κατάλαβα πως θέλω να δουλέψω ξανά. Και είμαι πραγματικά χαρούμενος με αυτή την απόφαση. Το λέω συνέχεια. Το κίνητρο είναι το πιο σημαντικό. Έχεις κίνητρο; Θα δουλέψεις πέρα από τα όριά σου για να πετύχεις αυτό που θες. Αν δεν έχεις, κάνε κάτι άλλο. Αυτός ήταν ο λόγος που αποφάσισα να σταματήσω πριν από 1.5 χρόνο. Δεν ένιωθα τόσο καλά και είπα ΟΚ, έχω προτεραιότητες στη ζωή μου. Κάποια προσωπικά ζητήματα που δεν θέλω να μιλήσω για αυτά… Και αποφάσισα να σταματήσω. Τώρα σκέφτηκα εντελώς διαφορετικά».

Πως πέρασε, λοιπόν αυτό το διάστημα μακριά από τους πάγκους μετά από την αποχώρησή σας από τη Φενέρμπαχτσε;
«Καλά. Όπως τη χρονιά που σταμάτησα μετά από τον Παναθηναϊκό. Προσπάθησα να κάνω πράγματα που δεν μπορούσα να κάνω όσο είχα υποχρεώσεις με την ομάδα. Να περάσω περισσότερο χρόνο με την οικογένειά μου και τους φίλους μου. Να επισκεφτώ κάποιους ανθρώπους που δεν είχα τη δυνατότητα να τους δω για διαφορετικούς λόγους. Το μοναδικό πρόβλημα ήταν με τον κορονοϊό και τις μετακινήσεις. Δεν παραπονιέμαι. Δεν έχεις δικαίωμα να παραπονιέσαι σε αυτές τις συνθήκες και να λες πως δεν μπορείς να κάνεις κάποια πράγματα. Όπου και αν είσαι στον κόσμο, πρέπει να προσπαθείς να νιώθεις όσο το δυνατόν καλύτερα…».

Κατά τη διάρκεια του Προολυμπιακού τουρνουά στο Βελιγράδι, είδαμε μια πολύ ωραία φωτογραφία. Όταν ανταλλάξατε χειραψία με τον προπονητή του Ερυθρού Αστέρα, τον Ντέγιαν Ράντονιτς. Τελικά, είναι πιο δύσκολο να δίνεις το χέρι στον μεγάλο αντίπαλο στη Σερβία ή την Ελλάδα;
«Ποτέ δεν είχα τέτοια προβλήματα. Μιλώντας για τον Ντέγιαν Ράντονιτς, είναι ένας πολύ πετυχημένος προπονητής στον Ερυθρό Αστέρα και φίλος μου. Είναι νεότερος όμως τον σέβομαι πραγματικά. Δεν με ενδιαφέρει αν είναι προπονητής του Ερυθρού Αστέρα ή όχι. Είναι φίλος μου και έτσι τον αντιμετωπίζω. Υπάρχει αλληλοσεβασμός. Δεν έχει καμία σημασία ότι καθόμαστε σε άλλους πάγκους. Όπως συνέβη όταν ο Ντούντα Ίβκοβιτς ήταν στον Ολυμπιακό. Ήθελε να κερδίσει το παιχνίδι, το ίδιο και εγώ. Ήμασταν αντίπαλοι μόνο για δυο ώρες. Σέβομαι όλους προπονητές, ήμουν πάντα έτσι. Είμαι πρόεδρος της Ένωσης Προπονητών της EuroLeague όμως ξέχωρα από αυτό, έχω μεγάλο σεβασμό προς όλους».

Σε αυτά τα 30 χρόνια, από ποιο λάθος πήρατε το μεγαλύτερο μάθημα;
«Οι έξυπνοι άνθρωποι πάντα θα καταλαβαίνουν τα λάθη σαν μαθήματα. Μιλώντας για ανθρώπους που είναι πάντα έτοιμοι να μου κάνουν κριτική, θέλω να πω πως εγώ ο ίδιος κάνω τη μεγαλύτερη κριτική στον εαυτό μου. Επομένως, πάντα μετά από την προπόνηση ή το παιχνίδι, προσπαθώ να καταλάβω τι δεν πήγε καλά και να γίνω καλύτερος. Το κάνω πάντα. Ακόμα και όταν όλοι είναι χαρούμενοι με την εμφάνιση, πάντα θα ψάχνω τρόπο ώστε να είναι καλύτερη την επόμενη φορά. Φυσικά σε αυτά τα 30 χρόνια έζησα κάποιες τρομερά δύσκολες καταστάσεις, έκανα κάποια λάθη όμως μέσα από αυτά βελτιώνεσαι, κατανοείς, βρίσκεις τη δύναμη και συνεχίζεις. Αν έχεις δύναμη, θα σηκωθείς και θα συνεχίσεις. Όχι μόνο στο μπάσκετ αλλά και στη ζωή».

Μια από τις πιο iconic στιγμές σας όλα αυτά τα χρόνια δεν ήταν κάποια νίκη, κάποιος τίτλος ή κάποιο κοουτσάρισμα αλλά μια συνέντευξη Τύπου. Έπειτα από εκείνο το ματς με την Πρόκομ…
«Ήταν ένα πολύ συγκεκριμένο παιχνίδι… Ήταν ένα εύκολο παιχνίδι. Ήλθαν με απουσίες και οι παίκτες μου το είδαν σαν προπόνηση. Αυτό με εκνεύρισε. Εκείνη, λοιπόν η συνέντευξη Τύπου ήταν ένα άμεσο μήνυμα στους παίκτες μου. Εκείνη τη στιγμή ένιωσα όπως ένιωσα… Και ήθελα να τους στείλω αυτό το μήνυμα. Είμαι ευθύς άνθρωπος, θέλω να βλέπω τον άλλον στα μάτια και να του λέω ό,τι έχω να του πω, ό,τι έχω μέσα μου. Δεν είμαι πολιτικός, δεν μου αρέσει να προσποιούμαι. Το πιο σημαντικό είναι αυτό που έχουμε μέσα μας. Πιστεύω πως στη δουλειά μας, αυτός είναι ο μοναδικός δρόμος. Να είσαι ευθύς. Το έχω πει και στους παίκτες μου. Πείτε μου ό,τι θέλετε, είμαι εδώ να σας ακούσω γιατί στο τέλος της ημέρας, εσείς είστε αυτοί που πρέπει να είστε καλοί στο παρκέ. Εσείς πρέπει να είστε αποφασιστικοί, εσείς παίζετε μπάσκετ. Θέλω να νιώσω αυτό που έχετε μέσα σας, αυτό που αισθάνεστε».

Παρεμπιπτόντως εκείνη η φράση, το «τι Final 4, who go to Final 4» είχε να κάνει για μια από τις καλύτερες ομάδες στη σύγχρονη ιστορία της EuroLeague. Τον Παναθηναϊκό του Βερολίνου!
«Ναι, συμφωνώ. Ήταν μια απίστευτη ομάδα. Ήταν το καλύτερο Final 4 της καριέρας μου. Με τον Ολυμπιακό στον ημιτελικό και τις ΤΣΣΚΑ – Μπαρτσελόνα στο άλλο ζευγάρι. Κάθε Final 4 είναι σημαντικό και ποιοτικό όμως συμφωνώ, ήταν μια από τις καλύτερες ομάδες όλων των εποχών».

Πως βλέπετε την εξέλιξη του μπάσκετ τα τελευταία χρόνια;
«Είναι προφανές ότι με τα 24 δευτερόλεπτα, το μπάσκετ είναι διαφορετικό. Είναι προφανές επίσης ότι λόγω του αριθμού των αγώνων, το ευρωπαϊκό μπάσκετ ακολουθεί τον δρόμο του ΝΒΑ. Το καλό εδώ είναι ότι έχουμε διαφορετικούς κανονισμούς, κυρίως όσον αφορά τα 3 δευτερόλεπτα. Δεν είναι το ίδιο όπως στο ΝΒΑ όπου πολλοί προπονητές πηγαίνουν στο isolation game. Στην Ευρώπη, το isolation game δεν είναι τόσο εύκολο όπως στο ΝΒΑ. Κάποιοι μεγάλοι σταρ του ΝΒΑ παραδέχονται πως είναι πιο εύκολο να σκοράρουν εκεί απ’ ό,τι στις διοργανώσεις της FIBA. Συμφωνώ 100%. Στην Ευρώπη συνεχίζουμε να πιστεύουμε πως κάθε παιχνίδι είναι σημαντικό. Ενδεχομένως αυτό να αλλάξει σταδιακά όμως σε κάθε περίπτωση, παίζεται καλό μπάσκετ στην Ευρώπη. Ξέρω πως πολλοί προπονητές και παίκτες παρακολουθούν τις διοργανώσεις μας. Αυτοί τη στιγμή υπάρχουν τρεις παίκτες στο ΝΒΑ που είναι τόσο σημαντικοί… Ο Νίκολα Γιόκιτς, ο Γιάννης Αντετοκούνμπο και ο Λούκα Ντόντιτς. Αυτό σημαίνει πως οι άνθρωποι στην Ευρώπη δουλεύουν πραγματικά καλά. Δεν είναι όμως μόνο αυτοί οι τρεις. Σε γενικές γραμμές, πιστεύω πως το μομέντουμ είναι καλό για το ευρωπαϊκό μπάσκετ».

Ποιο είναι πλέον το μεγαλύτερο όνειρό σας;
«Όλοι όσοι είμαστε στον οργανισμό της Παρτιζάν, καταλαβαίνουμε πως γίνεται κάτι πολύ σημαντικό. Υπάρχει μια πολύ θετική ατμόσφαιρα. Η Αδριατική Λίγκα φέτος θα είναι ενδεχομένως η καλύτερη των τελευταίων χρόνων. Με τόσες καλές ομάδες. Το όνειρό μου για την Παρτιζάν είναι να δούμε ξανά τους φιλάθλους μας στις εξέδρες. Αυτό θα σημαίνει πως θα έχουμε ξεμπερδέψει με τον κορονοϊό. Αυτή είναι η πρώτη επιθυμία μου. Αν γίνει πράξη, όλες οι άλλες ευχές μου είναι πιο εύκολες για να γίνουν πραγματικότητα. Έχουμε στόχους μπροστά μας. Το να τους επαναλάβω δεν ξέρω αν έχει νόημα. Το είπα στην παρουσίασή μου. Θέλω να φέρω την Παρτιζάν στη θέση που της αξίζει να είναι. Να παίξει στην EuroLeague. Αυτό είναι το όραμά μου. Να κάνουμε μια καλή χρονιά, να δουλέψουμε σκληρά, να έχουμε τη στήριξη του κόσμου, να σεβόμαστε όποιον έχουμε αντίπαλό μας. Κυρίως, να απολαύσουμε το μπάσκετ»

Στις 25 Ιουνίου η Παρτιζάν ανακοίνωσε επισήμως την επιστροφή σας. Αντιλαμβάνεστε πως εκείνη η ανακοίνωση στεναχώρησε πολύ κόσμο στην Ελλάδα που περίμενε μια άλλη επιστροφή;
«Ναι. Γιατί στο τέλος της ημέρας, καταλαβαίνω τα συναισθήματά τους. Έχω σπίτι στην Αθήνα και χωρίς αμφιβολία, η Αθήνα και η Ελλάδα σημαίνουν πολλά πράγματα για μένα. Πάρα πολλά. Το λέω από τα βάθη της καρδιάς μου. Ήμουν πάντα σε επαφή, ειδικά πέρσι που ο Φράγκι και ο Μήτσος ανέλαβαν να τρέξουν την ομάδα. Βρεθήκαμε, πήγαμε για δείπνο, συζητήσαμε τα πάντα… Φέτος αποφάσισα να γυρίσω στην Παρτιζάν και λυπάμαι αν απογοήτευσα κάποιον. Πιστεύω πως ο κόσμος καταλαβαίνει. Ο κόσμος καταλαβαίνει πολύ καλά. ΟΚ. Πλέον είμαι στην Παρτιζάν. Είμαι πολύ χαρούμενος που θα παίξουμε στο τουρνουά για τον Παύλο Γιαννακόπουλο, δεν υπήρχε ζήτημα για το αν θα συμμετάσχουμε ή όχι. Για τον κύριο Παύλο, τον κύριο Θανάση, όλη την οικογένεια Γιαννακόπουλου και τον τεράστιο σεβασμό που έχω».

Ήταν η περίοδος που στο Twitter κυκλοφορούσαν διάφορα σενάρια με αφορμή την παρουσία σας στην Αθήνα, τις διακοπές στη Μύκονο, την ελληνική Χρυσή Βίζα που πήρατε…
«Το ξέρω όμως για να πω την αλήθεια, δεν τα παρακολουθώ όλα αυτά. Τώρα με βλέπεις μπροστά σου. Πριν ήμουν στην προπόνηση. Ακολούθως πήγαμε για μεσημεριανό και τώρα είμαι εδώ μπροστά σου για την κουβέντα μας. Βλέπεις κάπου το τηλέφωνό μου; Δεν το κουβαλώ μαζί μου όταν είμαι με την ομάδα. Αυτή είναι εικονική ζωή. Είμαι ο τύπος που προτιμά την… κανονική ζωή. Μου αρέσει να μιλάω με τον κόσμο και να τον κοιτάζω στα μάτια, όχι να είμαι όλη μέρα πάνω στο τηλέφωνο και να διαβάζω σενάρια και φήμες».

Ποια είναι η μεγαλύτερη θυσία που έχετε κάνει; Όχι μόνο στη δουλειά σας αλλά και στη ζωή σας…
«Στη ζωή είναι αδύνατον να έχεις ό,τι επιθυμείς. Κάνεις θυσίες κάθε μέρα. Αν σου αρέσει κάτι, πρέπει να θυσιάσεις κάτι άλλο. Πάντα λέω πως το 2012 και το 2020 σταμάτησα για να βρίσκομαι περισσότερο με την οικογένειά μου. Αυτό είναι το πιο σημαντικό πράγμα. Να είσαι με φίλους. Η ζωή συνεχίζεται. Ο χρόνος περνάει. Δεν έχει σημασία αν περνάει αργά ή γρήγορα. Απλώς περνάει».

Η λέξη «χρέος» ενδεχομένως δεν αποδίδεται σωστά στον κόσμο του αθλητισμού όμως σε ποιους ανθρώπους πιστεύετε ότι χρωστάτε κάτι για αυτούς τους 42 τίτλους και όλη αυτή τη διαδρομή;
«Αν είσαι προπονητής, οφείλεις να καταλάβεις πως όλοι οι άνθρωποι που σε περιβάλλουν, όλοι οι άνθρωποι που δουλεύουν για την ομάδα είναι σημαντικοί. Εσύ τους κάνεις να νιώθουν σημαντικοί. Η εμπιστοσύνη είναι κάτι πολύ ξεχωριστό. Δεν μου αρέσει να μου λένε συνέχεια ναι. Το σιχαίνομαι! Θέλω να συζητάμε. Υπάρχουν οι πρόεδροι, οι οπαδοί και οι παίκτες που είναι οι πιο σημαντικοί σε αυτή την αλυσίδα. Όλα αυτά μαζί… Πρέπει να το εμπεδώσεις. Ποιος είσαι χωρίς όλα αυτά; Τι είσαι σαν προπονητής; Δεν είσαι τίποτα! Μηδέν! Πρέπει να νοιάζεσαι για όλους όσοι δουλεύουν για το κλαμπ. Όλο το σταφ. Το ιατρικό τιμ, τους παίκτες, τους δημοσιογράφους, τους φιλάθλους. Το πιο σημαντικό για μένα τώρα είναι απλώς ότι οι άνθρωποι της Παρτιζάν με σέβονται και κατανοούν ότι θα κάνω τα πάντα. Αυτό μου αρκεί. Με αυτό είμαι καλά».

Τι συμβουλή θα δίνατε στον νεαρό Ζέλικο Ομπράντοβιτς; Αν, δηλαδή είχατε την ευκαιρία να γράψετε ένα γράμμα στον νεότερο εαυτό σας…
«Αυτό είναι φιλοσοφία… Κατ’ αρχάς, δεν είμαι ο ίδιος άνθρωπος σε σχέση με ό,τι ήμουν πριν από 30-40 χρόνια. Με ρώτησες νωρίτερα, πως ήμουν δηλαδή στα 30 μου χρόνια. Σου εξήγησα πως ήμουν διαφορετικός, σίγουρα. Κάθε μέρα αλλάζουμε, κάθε μέρα προσπαθούμε να γινόμαστε καλύτεροι άνθρωποι. Αυτό είναι το πιο σημαντικό. Ίσως ένα πράγμα που θα άλλαζα είναι να μην αντιδρώ τόσο υπερβολικά σε κάποιες καταστάσεις. Να μην αντιδρώ τόσο γρήγορα. Να είμαι πιο ήρεμος κάποιες φορές. Ξέρεις, σε αυτές τις περιπτώσεις η εμπειρία βοηθάει. Τώρα είμαι πιο ήρεμος. Ίσως αυτή, λοιπόν να ήταν η συμβουλή».

Αναφέρατε νωρίτερα τον Δημήτρη Διαμαντίδη. Εκείνη η αγκαλιά στον τελικό του 2011 είναι ίσως μια από τις πιο χαρακτηριστικές και εμβληματικές στιγμές του μπασκετικού Παναθηναϊκού επί των ημερών σας. Τι ήταν για εσάς;
«Αυτή η στιγμή εξηγεί τα πάντα. Αυτή η αγκαλιά δείχνει πόσο σημαντική ήταν εκείνη η στιγμή λόγω του τίτλου, κυρίως όμως δείχνει πόσο σημαντική είναι η σχέση μου με τον Μήτσο. Επειδή, ακριβώς ήταν κάτι τόσο φυσιολογικό. Μας βγήκε τόσο φυσιολογικά. Καταλάβαμε εκείνη τη στιγμή πως όλα είχαν τελειώσει, έμεναν κάποια δευτερόλεπτα ακόμα. Όταν δουλεύεις σκληρά, όταν κάνεις τόσες θυσίες… Ο Μήτσος είναι ένας από τους καλύτερους ανθρώπους που έχω γνωρίσει στη ζωή μου. Όχι παίκτης. Για τον παίκτη, όλοι ξέρουν ποιος ήταν ο Διαμαντίδης, δεν έχω να πω κάτι παραπάνω. Μιλάω για τον Μήτσο σαν άνθρωπο. Για μένα, ήταν ξεχωριστό να είμαι προπονητής του. Στην αρχή ήταν δύσκολο να δουλέψεις μαζί του! Ήταν ένας παίκτης που του άρεσε να παίζει για τους άλλους, δεν ήταν επιθετικός αρκετά… Μερικές φορές πήγαινα στα αποδυτήρια στο ημίχρονο και έλεγα: “ΟΚ παιδιά, έχω μόνο μια ερώτηση. Διαμαντίδη, θες να παίξεις ή όχι”; Πράγματα σαν αυτά. Όπως σου είπα. Σαν άνθρωπος, το να βρεις κάποιον σαν τον Διαμαντίδη είναι πολύ δύσκολο. Τόσο ειλικρινή, τόσο καλό άνθρωπο. Και πιστεύω ειλικρινά, δεν είναι ωραίο να μιλάς για τον εαυτό σου όμως από την πρώτη στιγμή που συναντηθήκαμε, ήταν εύκολο να καταλάβει κανείς ότι υπάρχει μια σπέσιαλ σχέση μεταξύ μας. Τον σέβομαι πολύ και καταλαβαίνει γιατί ήμουν σκληρός μαζί του κάποιες φορές. Είναι πολύ δύσκολο. Δεν ξέρω… Ίσως ο καλύτερος τρόπος για να καταλάβεις τι σημαίνει εκείνη η αγκαλιά είναι να ρωτήσεις τον ίδιο. Εγώ απλώς σου είπα τα συναισθήματά μου».

Δεν θέλω τη γνώμη σας σαν πρώην προπονητής εκείνης της ομάδας. Θέλω την άποψή σας σαν άνθρωπος του μπάσκετ. Για ποιον λόγο, λοιπόν πιστεύετε πως από τη στιγμή που φύγατε από τον Παναθηναϊκό, δεν έχει καταφέρει να προκριθεί στο Final 4; Είναι οι συγκυρίες; Η ατυχία; Κάτι άλλο;
«Ποιος είμαι εγώ για να μιλήσω για αυτό; Πρώτα απ’ όλα γιατί έχω τεράστιο σεβασμό για τον Παναθηναϊκό και για όλους τους ανθρώπους του, αρχίζοντας από τον πρόεδρο, τον Δημήτρη Γιαννακόπουλο και τα εκατομμύρια των οπαδών του. Πάντα τους εύχομαι τα καλύτερα. Το ίδιο και τώρα. Όχι μόνο να προκριθεί στο Final 4, αλλά και να κατακτήσει την EuroLeague αν είναι δυνατόν! Δεν είμαι κάποιος για να απαντήσω στην ερώτηση που μου έκανες».

Τι είναι αυτό που σας απογοητεύει στην κοινωνία;
«Τώρα πρέπει να μιλάμε για ώρες. Πρώτα πρέπει να ρωτήσουμε τους εαυτούς μας. Υπάρχει δικαιοσύνη στον κόσμο; Γιατί ένα μικρό γκρουπ ανθρώπων αποφασίζει για εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους και τις ζωές τους; Γιατί αυτό το μικρό γκρουπ ανθρώπων έχει τόση μεγάλη δύναμη την ώρα που υπάρχουν άνθρωποι στον κόσμο που δεν έχουν να φάνε ή να πιούν νερό; Γιατί γίνονται πόλεμοι; Γιατί κάποιοι άνθρωποι που ζουν σε μια μεριά του πλανήτη αποφασίζουν για εκείνους που βρίσκονται στην άλλη μεριά; Μιλούν για δημοκρατία. Θέλουν να φέρουν τη δημοκρατία. Για ποια δημοκρατία μιλάμε; Αν τα σκέφτεσαι όλα αυτά, θα αρρωστήσεις».

Ποια ήταν η τελευταία φορά που νιώσατε ανεξήγητα χαρούμενος;
«Τη μέρα που γέννησε η κόρη μου. Όταν μου έστειλε τη φωτογραφία με την εγγονή μου, τη Μίλιτσα. Μου την έστειλαν το πρωί μαζί με τον άνδρα της, μου έγραψαν “Που είσαι παππού”; Δεν έχω νιώσει ξανά έτσι. Ποτέ! Μια τρομερή χαρά! Για μένα, ήταν αδύνατον να κοντρολάρω τα συναισθήματά μου».

Και η τελευταία φορά που κλάψατε;
«Εκείνη η στιγμή…».

Όταν νιώθετε πόνο, δέχεστε τη βοήθεια; Ή προσπαθείτε να ξεπεράσετε το πρόβλημα μόνος;
«Δεν είναι κάτι που μου αρέσει να μοιράζομαι. Όλοι έχουμε πρόβλημα. Αν πραγματικά κάποια στιγμή χρειάζομαι βοήθεια, θα απευθυνθώ σε κάποιους ανθρώπους που μπορούν να με βοηθήσουν. Θα τους ζητήσω όμως να μην το πουν σε κανέναν. Δεν μου αρέσει να το μοιράζομαι, είναι κάτι που κρατώ για μένα».

Κοιτάζοντας μπροστά, τι θα θέλατε να δείτε σε 20 χρόνια;
«Θα ήθελα να έχω την ίδια ενέργεια που έχω και τώρα. Θα ήθελα να δω όλους τους φίλους μου να είναι υγιείς, να έχουν μια καλή ζωή. Τελευταία έχασα κάποιους φίλους. Έχασα κάποιους πολύ σημαντικούς ανθρώπους στη ζωή μου. Φυσικά η ζωή είναι έτσι».

Προηγουμένως μιλήσατε για όνειρα. Εκείνη η κουβέντα που είχατε πει κάποτε, ότι δηλαδή ο στόχος σας για τον Παναθηναϊκό ήταν να ξεπεράσει τα ευρωπαϊκά της Ρεάλ Μαδρίτης ήταν ένα μεγάλο όνειρο;
«Φυσικά! Ήταν ένα όνειρο που πίστευα. Όπως σου είπα και πριν. Αν στη ζωή δεν έχεις όνειρα, δεν πας πουθενά».

Όταν ο Ομπράντοβιτς βλέπει πλέον τον Ζέλικο στον καθρέφτη, τι του λέει;
«Πόσο γέρασες φίλε (γέλια)»!

Και τι απαντάει ο Ζέλικο στον Ομπράντοβιτς;
«ΟΚ, είναι νορμάλ. Μην νοιάζεσαι γιατί όλα είναι καλά στη ζωή σου».