Συνέντευξη Α. Παπαπέτρου Α’ μέρος: «Δεν δέχομαι τα “πέτρινα” χρόνια – Οι τίτλοι δεν αγοράζονται αλλά χτίζονται»!

Ο Αργύρης Παπαπέτρου μιλάει για όλους και για όλα σε αποκλειστική συνέντευξη που παραχώρησε στο Prasinoforos.gr και τον Βασίλη Ντούτση. Σήμερα δημοσιεύεται το Α’ μέρος της συνέντευξης.

Στο πρώτο μέρος της συνέντευξης ο Αργύρης Παπαπέτρου μιλάει για το πέρασμα του από τον Παναθηναϊκό (1985-1994), τους προπονητές που συνάντησε στον σύλλογο, σχολιάζει τα λεγόμενα «πέτρινα» χρόνια ενώ αναφέρεται και στην προσφορά του Παύλου Γιαννακόπουλου.

Επιμέλεια: Βασίλης Ντούτσης

Α’ ΜΕΡΟΣ

Τον Αύγουστο του 1984 πηγαίνεις στον Παναθηναικό από τον Πιερικό. Βρίσκεις μία ομάδα πρωταθλήτρια. Βρήκες μια ομάδα πού θα συνέχιζε την κυριαρχία της ή κατάλαβες ότι ετοιμαζόταν να παραδώσει τα ηνία στον Άρη πού ερχόταν;

«Όχι όχι σε καμία περίπτωση δεν κατάλαβα ότι ετοιμαζόταν παράδοση των σκήπτρων. Από εκείνη άλλωστε την ομάδα πού είχε πάρει το πρωτάθλημα είχε φύγει μόνο ο Κάππος. Οι υπόλοιποι παίκτες παρέμειναν άρα ο Παναθηναϊκός δεν είχε αποδυναμωθεί, είχε διατηρήσει τον βασικό κορμό του, εντάξει είχε φύγει και ο Κοκολάκης μια χρονιά πριν οκ, αλλά ας μην ξεχνάμε την ιδιαιτερότητα εκείνων των χρόνων.

Υπήρχε η λεγόμενη χρήση της 12ετίας σε έναν σύλλογο και αυτό να ισχύει εάν και εφόσον έχεις κλείσει τα 32 σου χρόνια για να μπορείς να φύγεις. Πάντως το βασικότερο είναι αυτό ότι ο βασικός κορμός έμενε ίδιος, συν τον ερχομό τον δικό μου, συν ότι η ομάδα διεκδίκησε μέχρι την τελευταία στιγμή τον Γιαννάκη, μου ενίσχυσε την αίσθηση ότι η ομάδα δεν θα παραδινόταν εύκολα. Το κομβικό σημείο της αλλαγής του στάτους είναι αυτό ακριβώς, η μεταγραφή του Γιαννάκη στον Άρη, αυτό άλλαξε τις ισορροπίες, συν ότι ο Παναθηναϊκός λόγω αυτής της χρήσης των 12ετιών, παρέμενε δυστυχώς θεατής των εξελίξεων, όσο καλό σύνολο και να προσπαθούσε να κάνει την διαφορά.

Αυτό αφορούσε και την χρήση των ξένων παικτών. Τότε είχε δικαίωμα να χρησιμοποιήσεις μόνο έναν ξένο. Πάντως θα δεχτώ την ερώτηση αλλά για μετά το 1986. Τα δύο αυτά χρόνια ήμασταν δυνατοί ακόμα, εννοώ την διετία 1984-86. Μετά το 1986 δεν μπορούσαμε να κοιτάξουμε στα μάτια τον Άρη γιατί ο Παναθηναϊκός δεν μπορούσε να διεκδικεί καλούς Έλληνες παίκτες, λόγω ότι το νομικό καθεστώς της εποχής δεν το επέτρεπε. Π.χ τον Φάνη Χριστοδούλου πού κάθε καλοκαίρι διεκδικούσε ο Παναθηναϊκός να τον πάρει ήταν αδύνατο να το πραγματοποιήσει λόγω αυτού του νομικού καθεστώτος. (παρέμβαση Ντούτση “ο οποίος ήταν και γνωστός Παναθηναικάκιας ο Φάνης από τότε”).

Βέβαια βέβαια άλλωστε εγώ με τον Φάνη γνωριζόμασταν από τα μικρά κλιμάκια των εθνικών ομάδων και ήταν όντως γνωστό, άλλωστε και ο ίδιος ήθελε από τότε διακαώς να έρθει. Ο Φάνης ήταν ο πιο αλτρουιστής παίκτης πού έπαιξε ποτέ μπάσκετ στην Ελλάδα κατά την γνώμη μου. Παίκτης πού σκιζόταν για την ομάδα και όχι για τον εαυτό του. Ο Φάνης καθαρά μπασκετικά μου θύμιζε πάντα τον μεγάλο Κρέζιμιρ Τσόσιτς, κρατούσαν δηλαδή πάντα χαμηλούς τόνους και μπασκετικά αλλά και για την δημόσια εικόνα τους».

Έχει επικρατήσει τα χρόνια πού αγωνίστηκες στον Παναθηναϊκό, και κάποια ακόμα, να χαρακτηριστούν ως πέτρινα. Την ενστερνίζεσαι αυτή την άποψη;

«Γνώμη μου προσωπική είναι ότι δεν πρέπει να χρησιμοποιείται αυτός ο όρος. Τι θα πει πέτρινα χρόνια; Το πρωτάθλημα παίζεται από πολλές ομάδες και κανείς δεν έχει υπογράψει συμβόλαιο ότι θα είναι εσαεί πρωταθλητής. Άλλωστε σε όλη την ιστορία του μπάσκετ οι μεγάλοι σύλλογοι έχουν μοιραστεί πενταετίες ή και παραπάνω πρωταθλημάτων, αλλά γιατί πέτρινα χρόνια δεν νομίζω ότι επειδή ήρθες δεύτερος ή τρίτος σημαίνει ότι είναι και αποτυχημένη μία χρονιά.

Τι να πει δηλαδή και ο Ολυμπιακός πού την χρονιά πού ήρθα εγώ στον Παναθηναϊκό τερμάτισε ένατος και κινδύνευσε με υποβιβασμό; Θα σου πω λοιπόν πώς έχω εγώ στο μυαλό μου τα χρόνια αυτά. Εντάξει ο Παναθηναϊκός αυτά τα χρόνια δεν είναι ο βασικός διεκδικητής του τίτλου, δεν ξεχνάμε ότι πλην του Άρη και ο ΠΑΟΚ έκανε πολύ μεγάλες επενδύσεις, αλλά παρόλα αυτά δεν έκανε κάτι μεγαλύτερο από αυτό πού κάναμε εμείς.

Ένα πρωτάθλημα και ένα Κύπελλο πήρε όλα κι όλα. Μπορώ να πω ότι την πρώτη μου χρονιά στην ομάδα 1984-85 εμείς ήμασταν πίσω από τον Άρη και τον βρήκαμε και στον τελικό του Κυπέλλου. Επίσης όλα αυτά τα χρόνια ο Παναθηναϊκός κατέγραψε ένα άτυπο ρεκόρ στα ματς του Τάφου με τον Άρη να είναι όλα με κλειστά σκορ, νομίζω ένα ή δύο ο Άρης από τα δέκα συνολικά έφυγε σχετικά εύκολα από την Αθήνα.

Μάλιστα μια χρονιά με τον Μουρούζη προπονητή παραλίγο να τον κερδίζαμε και μέσα στην Θεσσαλονίκη, κερδίζαμε 9 πόντους ένα λεπτό πριν το τέλος αλλά τελικά χάσαμε, γιατί ο Άρης εκείνα τα χρόνια είχε πολύ μεγάλο βάρος φανέλας, πίστευε πάρα πολύ ότι δεν μπορεί να χάσει από κανέναν, ήταν πολύ καλά συνδεδεμένος με την νίκη, και κακά τα ψέμματα εκείνα τα χρόνια έπρεπε να γίνει ένα θαύμα για να φύγεις νικητής από το Αλεξάνδρειο.

Άρα τον όρο πέτρινα δεν τον δέχομαι γιατί ο Παναθηναϊκός ήταν πάντα μέσα στην τετράδα του πρωταθλήματος και κοίταζε πάντα στα μάτια και τον Άρη και τον ΠΑΟΚ. Δεν παράπαιε η ομάδα όταν τα παιχνίδια με τους βασικούς διεκδικητές ήταν ντέρμπι. Άρα δεν μιλάμε για πέτρινα χρόνια σε καμία περίπτωση. Άλλωστε ούτε ο κόσμος εγκατέλειψε την ομάδα κάτι πού αργότερα γιγαντώθηκε με τον ερχομό του Γκάλη πού άλλαξε τις ισορροπίες. Μην ξεχνάμε ότι πήραμε και δύο κύπελλα Ελλάδος εκείνη την περίοδο και πήγαμε και σε έναν ακόμα τελικό. Αυτά δεν είναι αμελητέα πράγματα.

Τώρα εξάρσεις τύπου Πανιωνίου πού έκανε μία δύο χρονιές και μετά εξαφανιζόταν δεν μπορούν να αμαυρώσουν την σταθερή πορεία του Παναθηναϊκού και δεν το λέω αυτό επειδή ήμουν παίκτης του, ο Ολυμπιακός εκείνα τα χρόνια με το ζόρι έμπαινε οκτάδα».

Ο ερχομός του Παύλου Γιαννακόπουλου το 1987 έστω και σε ημιεπαγγελματικό επίπεδο πού ήταν τότε το μπάσκετ άλλαξε τις ισορροπίες;

«Προφανώς αλλά δεν θα έλεγα ότι άλλαξε αμέσως τις ισορροπίες, ακόμα το νομικό καθεστώς στο μπάσκετ δεν του επέτρεπε να κάνει την διαφορά. Άλλωστε μην ξεχνάμε ότι έκανε 7 χρόνια να πάρει τον πρώτο του τίτλο και 11 για το πρώτο πρωτάθλημα. Δεν ήταν εύκολο ούτε για εκείνον γιατί υπήρχε αυτό το νομικό καθεστώς πού δεν επέτρεπε τις μετακινήσεις των Ελλήνων, υπήρχε περιορισμός στους ξένους παίκτες δεν ήταν όπως είναι σήμερα. Δεν μπορούσες ξαφνικά να αλλάξεις τα πάντα, άρα δεν αγοράζονται οι πορείες και οι τίτλοι αλλά χτίζονται. Και επιπλέον είχε και όλη την εποπτεία του ερασιτέχνη. Θυμάμαι είχε φτιάξει μια ομάδα στο βόλεϊ γυναικών πού δεν έχανε από κανέναν». 

 Μιας και μιλάμε για ξένους παίκτες της εποχής του 80. Θέλω την γνώμη σου για τους πιο αξιόλογους τον Έντγκαρ Τζόουνς και τον Αντόνιο Ντέιβις. Τι θυμάσαι από αυτούς του δύο;

«Ο Έντγκαρ Τζόουνς ήταν ένας πληρέστατος παίκτης με μεγάλη καριέρα στην Αμερική. Ήταν κάτι πρωτόγνωρο για μας να βλέπεις παίκτη 2.11 να παίζει και μέσα και έξω από την ρακέτα το ίδιο καλά, ήταν ένας τρομερός αθλητής για τα δικά μας δεδομένα παρόλο ότι είχε έρθει τότε με σοβαρό πρόβλημα στο γόνατο και γι αυτό τον πήραμε από το ελβετικό πρωτάθλημα, ειδάλλως είναι σίγουρο αν δεν είχε πρόβλημα θα συνέχιζε στο NBA.

Τώρα όσον αφορά την σύγκριση των δύο δεν τίθεται θέμα ο Τζόουνς είχε μεγαλύτερο ταλέντο έκανε τα πάντα στο γήπεδο, και αυτό δείχνει και την εξειδίκευση πού έχει το άθλημα στην Αμερική. Δηλαδή ο Αντόνιο πού ήταν ένα ψηλό αλτικό παιδί και γρήγορο, να φανταστείς στο κολέγιο το δεύτερο άθλημα του στο οποίο ήταν κι εκεί πρωταθλητής ήταν τα 110 μέτρα με εμπόδια αλλά τα βασικά του μπάσκετ δεν τα κατείχε 100%. Και γι αυτό δεν περίμενα την εξέλιξη του την κατοπινή, γιατί όταν ήρθε στην Ελλάδα δεν μπορούσε να σταθεί μόνος του στο γήπεδο, χρειαζόταν καλούς συμπαίκτες πού να του δίνουν καλές πάσες κοντά στο καλάθι και εκείνος να τις τελειώνει συνήθως με κάρφωμα.

Εκεί βασικά στήριζε το όλο παιχνίδι του και γι αυτό δεν περίμενα στην εξέλιξη αλλά στους Πέισερς πού πήγε επειδή είχαν καλούς σουτέρ,χρειαζόταν ένα παιδί αλτικό να μαζεύει τα ριμπάουντ και να τελειώνει τις φάσεις πάνω από την στεφάνη. Τότε δυστυχώς στην Ελλάδα αλλά συμβαίνει και τώρα, απλά τώρα είμαστε πιο εκπαιδευμένοι σε κάποια πράγματα περιμέναμε από τους Αμερικανούς να κάνουν τα πάντα. Δεν είναι όμως έτσι. Όταν παίρνεις ένα αμυντικογενή παίκτη όπως ήταν ο Αντόνιο δεν περιμένεις ότι εκτός από τις άμυνες και τα ριμπάουντ  θα μπορεί να έχει και δέκα στις δέκα βολές και οκτώ στα δέκα σουτ.

Παρόλα αυτά ο Αντόνιο προσπάθησε πολύ και από κάποια στιγμή και μετά το κατάφερνε. Και δεν νομίζω ότι ήταν καλή η επιλογή του Παυλίσεβιτς να τον αφήσει επειδή είχε τραγικό ποσοστό  στις βολές, όταν αυτός ο παίκτης σε κάθε ματς είχε 20 πόντους 15 ριμπάουντ και 5 κοψίματα αλλά 50%στις βολές. Άλλωστε πιστεύω ότι είχε τεράστια περιθώρια εξέλιξης και να πω και κάτι, αυτός είναι και ο σκοπός των μεγάλων ομάδων της Ευρώπης, όπως είναι η Ρεάλ και ο Παναθηναϊκός όταν παίρνουν παίκτη από το κολλέγιο.

Να βελτιώσουν και να εξελίξουν έναν παίκτη και το πιστεύω και ακόμα και σήμερα αυτό. Το ότι είχε χαμηλό ποσοστό στις βολές δεν τον εμπόδισε να κάνει καριέρα στο NBA όπως άλλωστε και κοτζάμ Σακίλ Ονίλ. Απλά τότε και εδώ στην Ελλάδα βρισκόμασταν σε μια ανακατασκευή ιδεών και φιλοσοφιών γύρω από το μπάσκετ».

Αργύρη πες μου λίγο για τους προπονητές σου στον Παναθηναϊκό. Ξεκίνησες με τον Μιχάλη Κυρίτση και συνέχισες με τον Ντουξάιρ. Πές μου λίγο γι αυτούς.

«Ξεκίνησα ναι με τον Μιχάλη Κυρίτση έναν πολύ πρωτοποριακό προπονητή για την εποχή του, είχαμε πολύ καλές χρονιές μαζί του, ήταν ευέλικτος κατά την διάρκεια του αγώνα. Αν τότε τολμώ να πω υπήρχε ο θεσμός του General Manager, ο Κυρίτσης, τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του Κυρίτση, θα ήταν αυτά πού διαχρονικά, θα μπορούσε να κατέχει αυτήν την θέση. Η προσωπικότητα, οι γνώσεις και η ευστροφία του, θα μπορούσε για πολλά χρόνια αυτήν την θέση, άλλωστε εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχε αυτή η θέση.

Τότε τα πάντα πέρναγαν γύρω από τον προπονητή. Αλλά για μένα προσωπικά ο προπονητής πού ουσιαστικά με ανέδειξε αλλά και με ολοκλήρωσε ως παίκτη ήταν ο Ντουξάιρ. Ο Ντουξάιρ ήταν εκείνος που διείδε και άλλα χαρακτηριστικά του παιχνιδιού μου, και μάλιστα την χρονιά πού ήρθε, με άφησε να σουτάρω και τρίποντα με τράβηξε πιο έξω. Αυτό ήταν μια καινοτομία για την εποχή, γιατί φύσει και θέση μπορούσα να το υποστηρίξω εγώ, γιατί τότε αν υπήρχε ένα πρότζεκτ πού θα μπορούσε να προωθήσει και άλλα παιδιά, γιατί δεν ήμουν μόνο εγώ, ο Ντουξάιρ θα ήταν ο ιδανικότερος γι αυτό.

Κι όταν λέω φύσει εννοώ ότι και μόνος μου από τα χρόνια του Πιερικού δούλευα σκληρά το σώμα μου με ασκήσεις ενδυνάμωσης με την βοήθεια του τότε προπονητή μου, τον Γιώργο Αντωνακόπουλο, ο οποίος έδινε βάση σε αυτό, άλλωστε το παρατσούκλι του ήταν Αμερικάνος. Αυτός εφάρμοζε τότε αμερικάνικα μοντέλα εκγύμνασης. Τα μοντέλα αυτά βέβαια μας δυνάμωναν αλλά έκλεβαν από το σώμα μας την ελαστικότητα και την έκρηξη. Αργότερα μετά το 1994 ήρθαν οι λεγόμενες πολυμυικές ασκήσεις, που προσομοιώνουν την άσκηση πάνω στην κίνηση των αθλητών.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό του Ντουξάιρ ήταν ότι με εμπιστευόταν και μετά από βραδιές πού ήμουν άστοχος. Δηλαδή άν τότε οι άνθρωποι του Παναθηναϊκού εμπιστεύονταν την άγνοια κινδύνου του Ντουξάιρ, πού επέμενε σε ένα μοντέλο βάθους 3-4 ετών μελλοντικά τότε ίσως τα πράγματα εξελισσόταν διαφορετικά. Είναι όπως ρώτησαν μετά τους περσινούς τελικούς του ΝΒΑ για την αστοχία του Αντετοκούμπο και είπε ο προπονητής του, δεν πειράζει πού δεν τα έβαλε φέτος θα τα βάλει του χρόνου. Κάπως έτσι λειτουργούσε και ο Ντουξάιρ. Αλλά τελικά δεν εμπιστεύτηκαν το πρότζεκτ του, κάτι πού δεν αφορά μόνο τον Παναθηναϊκό αλλά γενικότερα την ελληνική κοινωνία πού δεν έχει μάθει να περιμένει».

Πρόλαβες και κλείνω την προϊστορική περίοδο (γέλια) να παίξεις μία χρονιά με τον Νίκο Γκάλη. Τι θυμάσαι;

«Τον Γκάλη δεν τον γνώρισα εκείνη την χρονιά, τον γνώριζα από τα κλιμάκια των εθνικών ομάδων. Αρχικά από το προολυμπιακό της Γαλλίας στα 18 μου το 83 προς 84, ήμουν κανονικά στην δωδεκάδα της εθνικής, σε εκείνο το άτυχο ματς με την Αγγλία πού χάθηκε στο τελευταίο σουτ. Άρα τον γνώριζα από τότε τον Νίκο.

Τον έβλεπα συχνά και τα μετέπειτα χρόνια στις προεπιλογές κάναμε και παρέα, εντάξει μεγάλη προσωπικότητα, παρόλο πού δεν ήταν στο καλύτερο φεγγάρι του όταν ήρθες σε μας, όντας 37 ετών. Δεν ήταν αυτός πού ήταν στον Άρη αλλά παρόλα αυτά άφησε το στίγμα του, και το σημαντικότερο τράβηξε τον Παναθηναϊκό οργανισμό από κει και πέρα να μην κοιτάει πίσω του αλλά να κοιτάει πάντα ψηλά».

Πες μου λίγο για την ανταλλαγή σου το 94 με τον Παπαγιάννη. Ήταν επιλογή του Παυλίσεβιτς;

«Ναι ήταν επιλογή του Παυλίσεβιτς. Εγώ δεν ήθελα να φύγω από τον Παναθηναϊκό. Ήθελε τότε έναν παίκτη να παίζει πιο κοντά στο καλάθι, ήταν επιλογή του κόουτς εγώ δεν μπορώ να κρίνω τις επιλογές των εκάστοτε προπονητών. Αλλά η μετέπειτα ιστορία κατέδειξε ότι εκείνη η επιλογή δεν δικαιώθηκε από την πορεία, γιατί ο ίδιος προπονητής πού τον επέλεξε δεν τον χρησιμοποίησε καθόλου μέσα στην χρονιά.

Έλεγε τότε ο Παυλίσεβιτς εγώ επιθυμώ διακαώς τον Παπαγιάννη τον θέλω στο ρόστερ και στο τέλος δεν τον χρησιμοποίησε και καθόλου. Εγώ προσπάθησα να μείνω στον Παναθηναϊκό, ακόμα και αν χρειαζόταν να θίγεται ο χρόνος χρησιμοποίησης μου, δεν κατέστη δυνατό αυτό, και ακολούθησα τελικά την συμβουλή του συλλόγου να μην σταθώ εμπόδιο στην μελλοντική πορεία του, και να πάω στον Απόλλωνα Πατρών».

* Θα ακολουθήσει το Β΄μέρος εντός των επόμενων ημερών.

Το Prasinoforos.gr είναι ένας καινούργιος σχετικά ιστότοπος που ως στόχο του έχει την ενημέρωσή σας για θέματα που αφορούν το Παναθηναϊκό. Εδώ θα μπορείτε να δείτε πρώτοι ειδήσεις, άρθρα ιστορικά και μη, καθώς και να σχολιάσετε έχοντας ως στόχο όλοι να έρθουμε πιο κοντά δια μέσου του website μας καθώς και των Social Media με σκοπό την ανταλλαγή απόψεων και επιπροσθέτως ένα ακόμα άνοιγμα του "ορίζοντα" σε ότι έχει να κάνει με την ομάδα που όλοι αγαπάμε.