Ρισβάνης: «Ήξερα ότι ο κόσμος του Παναθηναϊκού θα με διαλύσει – Αυτό έγινε με τον Μπεργκ»

    Ο Σπύρος Ρισβάνης παραχώρησε συνέντευξη σε ελληνικό μέσο και αναφέρθηκε στο πέρασμα του από τον Παναθηναϊκό, τον Πανιώνιο, τον Ολυμπιακό καθώς και σ’ ένα περιστατικό με τον Μάρκους Μπεργκ.

    Μεταξύ άλλων δήλωσε στην ιστοσελίδα «Gazzetta.gr»:

    Ας πάμε λίγο πίσω στον χρόνο. Από που ξεκίνησες να παίζεις ποδόσφαιρο;

    «Ξεκίνησα από τις ακαδημίες Βαζέχα και μετά από εκεί πήγα στα δοκιμαστικά του Παναθηναϊκού όταν ήμουν 12 χρονών».

    Ένα παιδί που ξεκινάει στα 12 του χρόνια από την Ακαδημία του Παναθηναϊκού, έχει όνειρο να φτάσει στην πρώτη ομάδα. Μέχρι να φτάσεις σε αυτό το σημείο, τι θυμάσαι πιο έντονα;

    «Σίγουρα θυμάμαι κάθε καλοκαίρι να περιμένω να μας πάρουν τηλέφωνο για να μας πούνε ότι συνεχίζω στην Ακαδημία. Στο τέλος κάθε χρονιάς γινόταν αξιολόγηση από τους προπονητές ή τον τεχνικό διευθυντή της Ακαδημίας, τον Κόβη ή τον Σαμαρά και περίμενα να μου πουν αν θα συνεχίσω. Καθόμουν με τον πατέρα μου και λέγαμε «τι θα γίνει;». Οι πατεράδες μας μιλούσαν μεταξύ τους και ρωτούσαν «τον γιο σου τον πήρανε;». Θυμάμαι και όταν υπέγραψα το πρώτο μου συμβόλαιο. Πήγα πρώτα προετοιμασία με την πρώτη ομάδα και ήμουν ο μόνος, μαζί με τον Αναγνωστόπουλο, που δεν είχαμε συμβόλαιο.

    Γκραντ: Το σχόλιο για ΣΕΦ… και το πλεονέκτημα έδρας

    Με τον Άλεξ ήμασταν μαζί από τις Ακαδημίες Βαζέχα. Μου είπε τότε ο Σαμαράς «έλα προετοιμασία και όλα θα γίνουν». Εγώ σαν παιδί ήθελα να υπογράψω συμβόλαιο με τον Παναθηναϊκό. Εκεί κατάλαβα πως παίζει ρόλο και το τάιμινγκ. Στα φιλικά προετοιμασίας στην Ολλανδία δεν έπαιζε ο Μέντες που αν και χαφ, τον έβαζε ο Αναστασίου και στόπερ γιατί είχε κάποιο πρόβλημα τραυματισμού. Ο Κουτρουμπής δεν μπορούσε, ακόμα, να ανακοινωθεί επίσημα και η μεταγραφή του Σίλντεφελντ είχε καθυστερήσει. Έτσι, έπαιξα όλα τα φιλικά, κόντρα σε καλές ομάδες. Πήγα καλά και όταν επιστρέψαμε, υπέγραψα το πρώτο μου συμβόλαιο».

    Όποιο παιδί έχει περάσει από την Ακαδημία του Παναθηναϊκού μιλάει για αυτήν με τα καλύτερα λόγια. Εσένα τι σου άφησε;

    «Το στοιχείο που είχε πιο έντονο και κάποιοι λένε πως είναι καλό και κάποιοι άλλοι όχι, είναι ότι επί Σαμαρά κάναμε όλη την προπόνηση με μπάλα. Ασχολούμασταν πολύ με την τεχνική, να ευχαριστηθούμε το παιχνίδι. Παίζαμε τελικό πρωταθλήματος με την Κ-17 κόντρα στον Ολυμπιακό και ενώ μπορούσαμε να κατεβάσουμε παίκτες από πιο μεγάλη ηλικιακά ομάδα για να μας βοηθήσουν, επειδή είχαμε βγάλει όλη την χρονιά συγκεκριμένα άτομα, εμείς ήμασταν που παίξαμε και τον τελικό. Αυτό για εμάς σήμαινε πως μας εμπιστεύονταν.

    Δεν ήθελαν βοήθεια για να πάρουμε το τρόπαιο. Μαθαίναμε έτσι να έχουμε πίστη στους εαυτούς μας και να κάνουμε και την κρίσιμη στιγμή αυτό που κάναμε σε όλη τη διάρκεια της σεζόν. Προσπαθούσαν να αναπτύξουν τους παίκτες. Πολλά παιδιά που ήμασταν τότε μαζί, κάναμε κάτι στο ποδόσφαιρο. Πάντα θέλαμε να νικάμε, αλλά περισσότερο τους ένοιαζε να παίξουμε και να κάνουμε αυτό που μαθαίναμε όλη την χρονιά. Εκτός αυτού στον Παναθηναϊκό έμαθα να είμαι επαγγελματίας, να πηγαίνω νωρίτερα στην προπόνηση, να είμαι τυπικός. Θυμάμαι να τρέχουμε με τον πατέρα μου που με έπαιρνε μόλις τελείωνε την δουλειά και με πήγαινε».

    Τι θυμάσαι από την πρώτη σου προετοιμασία με την πρώτη ομάδα το 2013;

    Θυμάμαι ότι πρώτη φορά πήγαμε για προπόνηση στην Παιανία. Μας είπε τότε ο Αναστασίου ότι όταν επιστρέψουμε από την Ολλανδία θα ξεκινούσαμε τις προπονήσεις στο Κορωπί. Ήταν η χρονική στιγμή που έγινε η μετακόμιση των εγκαταστάσεων της πρώτης ομάδας. Θυμάμαι ότι οι περισσότεροι παίκτες ήμασταν παιδιά από την Ακαδημία και γνωριζόμασταν. Μαζί μας ήταν ο Ζέκα και ο Καρνέζης. Περισσότερο θυμάμαι τον Ζέκα με την τρέλα που έχει. Ήταν περίεργο το ότι έβλεπα παίκτες που τους ήξερα μεν, αλλά ως τότε τους έβλεπα από πιο μακριά. Πλέον, ήμασταν συμπαίκτες και ήταν πολύ διαφορετικό. Ο Καρνέζης, για παράδειγμα, προσπαθούσε να με βοηθήσει, μου έλεγε «συγχαρητήρια» μετά τα ματς. Όταν είσαι μικρός, έχεις άγνοια κινδύνου. Έμπαινα στα ματς και δεν είχα πίεση, δεν ήθελα να αποδείξω κάτι σε κάποιον.

    Τι σου έχει μείνει πιο έντονα από την πρώτη σου σεζόν με τον Παναθηναϊκό;

    «Θυμάμαι πολύ έντονα το ντεμπούτο μου στον Πλατανιά, δεν ήμουν καλός στην αρχή. Μπορεί να μάρκαρα σωστά, αλλά όταν είχα την μπάλα στα πόδια μου ήταν λες και την ακουμπούσα πρώτη φορά. Είχε βάλει και ο Ουζουνίδης, που ήταν τότε προπονητής στον Πλατανιά, να με πρεσάρουν αμέσως μόλις έπαιρνα την μπάλα. Ήμουν βασικός σε εκείνο το ματς και μετά έπαιξα 12 σερί παιχνίδια μέχρι και αυτό κόντρα στον Ολυμπιακό. Μπορεί να είχαμε χάσει 1-0 στη Λεωφόρο, αλλά ήμασταν πολύ καλοί. Εμείς ήμασταν νέα ομάδα και ο Ολυμπιακός είχε παιχταράδες. Θυμάμαι απ’ έξω την ενδεκάδα του. Χάσαμε στο 90’ και ο κόσμος μας είχε χειροκροτήσει.

    Σε εκείνο το ματς είχα πάει καλά, παρά το ότι είχα αναλάβει να μαρκάρω τον Μήτρογλου. Για το επόμενο ματς, κόντρα στον Άρη, έμεινα εκτός αποστολής και έκανα να παίξω ξανά 1-1,5 μήνα. Μετά πήγαινε έτσι, μία μέσα – μία έξω. Θυμάμαι πως μου έλεγε ο Αναστασίου «είναι η πρώτη σου χρονιά, κάτσε να μάθεις και θα παίξεις στο επόμενο». Τότε ο Παναθηναϊκός έκανε φιλικά μεσοβδόμαδα για τους παίκτες που δεν αγωνίζονταν στα επίσημα. Όποτε με έβαζε σε αυτά, καταλάβαινα ότι δεν θα παίξω το σαββατοκύριακο. Θυμάμαι, επίσης, ότι για τον τελικό του Κυπέλλου, κόντρα στον ΠΑΟΚ, έμεινα εκτός αποστολής. Αυτό με είχε πειράξει τότε. Φυσικά και χάρηκα την κατάκτηση του Κυπέλλου, ήταν ο πρώτος μου τίτλος. Όμως, ήθελα να παίξω. Η πρώτη μου χρονιά είχε τα πάντα!».

    Μόνο γκολ δεν είχες βάλει!

    «Θυμάμαι στο ματς με τον Πλατανιά, είχα βρεθεί σε θέση σέντερ φορ χωρίς λόγο! Μου είχε πει τότε ο Αναστασίου «πάρε την μπάλα και βγες μπροστά!». Είχα κάνει μία κεφαλιά ψαράκι μετά από σέντρα του Μαρινάκη και ο τερματοφύλακας απέκρουσε πριν ο Ατζαγκούν σκοράρει από κοντά. Είχα ένα δοκάρι με τον Παναιτωλικό και ένα άχαστο με την Βέροια».

    Η επόμενη σεζόν δεν εξελίχθηκε, όμως, όπως θα ήθελες.

    «Στο ξεκίνημα της νέας χρονιάς, έπαιξα το ευρωπαϊκό με την Μίντιλαντ και ενώ περίμενα να παίξω την Κυριακή έμεινα εκτός. Στην συνέχεια μου δόθηκε ελάχιστος χρόνος συμμετοχής και έτσι όπως διαμορφώθηκε η κατάσταση, επειδή ήθελα να αγωνιστώ, μίλησα με τον Πανιώνιο και έφυγα δανεικός».

    Ρώτησες ποτέ γιατί δεν πήρες άλλες ευκαιρίες;

    «Δεν μπόρεσα ποτέ να βγάλω άκρη. Δεν θέλω να ρίξω ευθύνες και να πω ότι εγώ ήμουν τέλειος, αλλά δεν έχω καταλάβει ακόμα και σήμερα στο 100% τι συνέβη και ενώ έπαιξα την Πέμπτη 90’ και ήμουν καλός, την Κυριακή έμεινα εκτός αποστολής και χρειάστηκε να περάσει ένας μήνας για να ξαναπαίξω. Μετά από έναν μήνα, ενώ είναι δύσκολο να επανέλθεις, παρά το ότι ήμουν καλός, έγινα αλλαγή στο 46’. Σίγουρα, θα έχω κάνει κι εγώ λάθη, δεν θέλω να κρατήσω κακία. Όμως, κάποια πράγματα δεν κολλάνε».

    Πιστεύεις ότι μπορεί να ήταν ένας τρόπος να σε κρατήσουν προσγειωμένο λόγω του νεαρού της ηλικίας σου;

    «Δεν ήταν ποτέ ότι την «είδα», επειδή έπαιξα στον Παναθηναϊκό. Γνώριζα πως εμείς οι ποδοσφαιριστές δεν κάνουμε και τίποτα σπουδαίο, κάνουμε το χόμπι μας επάγγελμα. Υπάρχουν οι γιατροί και τόσα άλλα πιο σημαντικά επαγγέλματα. Εγώ το ποδόσφαιρο το έχω γιατί μου αρέσει, θέλω μέσα από αυτό να μπορώ να ζήσω την οικογένειά μου. Δεν θα βγω έξω, να το παίξω ντίβα. Σίγουρα είναι ωραίο να να σε χαιρετάει ο κόσμος στον δρόμο, αλλά έπαιζα στον Παναθηναϊκό και έβγαινα στο μαγαζί του φίλου μου στο Γαλάτσι, που ήμουν εγώ με την παρέα μου και άλλα 5 άτομα».

    Πόσο εύκολο είναι όταν βλέπεις ότι γράφονται πράγματα που δεν ισχύουν να παραμείνεις συγκεντρωμένος στο στόχο σου και να μην θυμώσεις;

    «Δεν είναι εύκολο. Με βοήθησε πολύ ο πατέρας μου. Στην αρχή με ρώτησε «καλά ρε, βγαίνεις;». Εκεί άρχισα να καταλαβαίνω ότι επειδή άρχισε να με γνωρίζει ο κόσμος, άρχισε να δημιουργείται αυτή η κατάσταση. Δεν έβγαινα, δεν έκανα κάτι κακό. Στην αρχή στενοχωριόμουν. Μετά κατάλαβα ότι δεν μπορούσα να αλλάξω την κατάσταση, γιατί δεν έκανα κάτι λάθος για να το διορθώσω. Δεν ήταν, όμως, αυτός ο λόγος που δεν έπαιζα. Αυτά ακούστηκαν αφού έφυγα, γιατί δεν υπήρχε κάτι τέτοιο. Ο κόσμος απορούσε γιατί έφυγα και γραφόντουσαν πράγματα που, ίσως, ήταν «στάχτη στα μάτια».

    Και τι συνέβη όταν επέστρεψες από τον δανεισμό στον Πανιώνιο;

    «Πήγα στον Πανιώνιο, σώσαμε την ομάδα την τελευταία αγωνιστική και γύρισα στον Παναθηναϊκό, έχοντας συμβόλαιο για δύο ακόμα χρόνια. Τότε ήταν τεχνικός διευθυντής ο Βόκολος. Είπα στον εαυτό μου «πήγες έπαιξες, τώρα είναι η ευκαιρία σου να καθιερωθείς στον Παναθηναϊκό». Την πρώτη μέρα που πήγα στο Κορωπί με κάλεσε στο γραφείο ο Βόκολος και αφού μου έδωσε συγχαρητήρια που σώσαμε τον Πανιώνιο, μου είπε ότι αποφάσισαν να μην μείνω στον Παναθηναϊκό. Είπα «οκ, ευχαριστώ πολύ». Όταν βγήκε αυτό στην δημοσιότητα, ο κόσμος παραξενεύτηκε. Ήμουν από μωρό στην Ακαδημία και ο κόσμος αντέδρασε. Μετά από δύο μέρες επανήλθαν και είπαν ότι ήθελαν να ανανεώσουμε το συμβόλαιο. Δευτέρα με έδιωξαν, Τετάρτη ήθελαν να με ανανεώσουν. Δεν είχε καμία λογική αυτό! Στην τελική, ας άφηναν το συμβόλαιο όπως ήταν. Σαν Σπύρος, το εξέλαβα σαν μία κίνηση για να ρίξουν τους τόνους, αλλά, είχα καταλάβει πως δεν με υπολόγιζαν».

    Όταν ξαναπήραν τηλέφωνο από τον Παναθηναϊκό, δεν ζητήσατε να μάθετε γιατί άλλαξαν στάση μέσα σε δύο μέρες;

    «Είπαν μόνο ότι, τελικά, ήθελαν να μείνω. Ο καθένας αν έβλεπε αυτή την στάση, θα καταλάβαινε ότι κάτι πάει λάθος. Ή εγώ ήμουν τρελός ή εκείνοι ήταν τρελοί! Στην συνέχεια επικοινώνησε μαζί μου ο Ουζουνίδης και ενώ είχα πρόταση από τον Αστέρα Τρίπολης, πήγα στον Πανιώνιο γιατί ήθελα να παίξω και ήξερα πως εκεί θα πάρω ευκαιρίες. Δεν μετανιώνω ούτε στιγμή για την απόφαση που πήρα. Κάναμε δύο τρομερές χρονιές. Γνώρισα καταπληκτικά παιδιά και ουσιαστικά από εκεί άρχισε να με μαθαίνει ακόμα καλύτερα ο κόσμος».

    Μαρίνος Ουζουνίδης και Βλάνταν Μιλόγεβιτς. Τι θυμάσαι από αυτούς τους δύο;

    «Ο Μαρίνος ήταν πολύ καλός. Θυμάμαι πως στο πρώτο μου διάστημα στον Πανιώνιο, ασχολήθηκε πολύ να με μάθει να παίζω άμυνα. Στον Παναθηναϊκό είχα δίπλα μου τον Σίλντεφελντ, δεν χρειαζόταν να μας δείξουν πράγματα που για τους πιο έμπειρους ήταν απλά. Ο Μαρίνος, επειδή ήξερε και τη θέση, με βοήθησε πολύ. Είναι προπονητής που δεν σου χαϊδεύει τα αυτιά, αν είσαι καλός παίζεις. Αν δεν είσαι καλός, δεν σε πετάει έξω, αλλά σου δίνει 1-2 ευκαιρίες τις οποίες πρέπει να αρπάξεις. Όταν έφυγε, ήρθε ο Μιλόγεβιτς. Δεν τον ξέραμε τον άνθρωπο. Ήμασταν οικογένεια και αναρωτιόμασταν όλοι «τι θα κάνουμε τώρα;». Μας είπε από την αρχή πως δεν ήθελε να αλλάξει πολλά. Σαν χαρακτήρας, είναι από τους καλύτερους που έχω γνωρίσει. Όταν είχες πρόβλημα, πήγαινες και του το έλεγες. Για παράδειγμα μπορεί να του έλεγα «δεν έχω κοιμηθεί όλο το βράδυ, σκεφτόμουν αυτό». Σου έδινε την ελευθερία να του μιλάς πολύ ανοιχτά. Ξεκίνησε, λοιπόν, η χρονιά με τον Μιλόγεβιτς και πήγε ακόμα καλύτερα από την προηγούμενη. Μετά τα δύο πρώτα ματς των play offs εκείνης της σεζόν, κόντρα σε Παναθηναϊκό και ΑΕΚ, είχαμε 4 βαθμούς»!

    Τι είχε γίνει σε εκείνο το ματς με τον Παναθηναϊκό στα play offs και άνοιξε η κόντρα;

    «Παίζουμε Πανιώνιος – Παναθηναϊκός και νικάμε 1-0 με το γκολ του Μπακασέτα. Εγώ έχω φύγει από τον Παναθηναϊκό, όπως έχω φύγει, και παίζω κόντρα στον Παναθηναϊκό. Δίνω όχι το 100%, το 200% και είναι λογικό. Το έκανα για μένα, όχι για να πω «γιατί με διώξατε;», όλη μου η οικογένεια είναι Παναθηναϊκοί. Παίζουμε, νικάμε και μόλις τελειώνει το ματς, όπως κοιτάζω το απέναντι τέρμα, γυρνάω και πανηγυρίζω και λέω «Ναι!». Εκείνη την στιγμή, με πιάνει η κάμερα. Τελειώνει το ματς, χαιρετάω όλα τα παιδιά του Παναθηναϊκού και φυσικά τον Γρηγόρη τον Παπαβασιλείου που με ήξερε από μωρό. Φεύγω, μπαίνω στο αμάξι, ανοίγω το κινητό και γινόταν χαμός από κόσμο που με έβριζε. Με παίρνει ο πατέρας μου, δεν ήξερε τίποτα. Φτάνω σπίτι και μου λέει ότι έχει βγει βίντεο που με δείχνει να βρίζω τον πάγκο του Παναθηναϊκού. Στον πάγκο τότε βρίσκονταν ο Χουχούμης, ο Τριανταφυλλόπουλος, ο Μαρινάκης και άλλα παιδιά που τα ξέρω από μωρό. Αν ήθελα να βρίσω, θα το έκανα μπροστά σε όλους; Δεν θα πήγαινα μέσα να το κάνω; Όντως εκείνη την ώρα, ο πάγκος του Πανιωνίου ήταν από την αριστερή πλευρά και ο πάγκος του Παναθηναϊκού από την δεξιά. Εγώ ήμουν ευθεία με το τέρμα και θέλοντας να γυρίσω προς τον κόσμο του Πανιωνίου στα επίσημα, γυρίζω προς τον πάγκο του Παναθηναϊκού. Από εκείνη την ημέρα και μετά, εκτός του ότι μου έστελναν απίστευτα μηνύματα, ήμουν κόκκινο πανί».

    Θυμάσαι το ματς που είχε φανεί σαν να ανοίγει κόντρα με τον Μπεργκ;

    «Για να καταλάβει ο κόσμος γιατί τρελαίνομαι. Παίζουμε πάλι με τον Παναθηναϊκό και είναι μία φάση με τον Μπεργκ που πηδάω για κεφαλιά, είμαι 1,96 και εκείνος 1,85. Tον βρίσκω με τον αγκώνα στο μάτι. Πέφτει κάτω, τον σηκώνω, νευριάζει και είναι λογικό. Αρχίζει να βαράει, το κάνει επίτηδες. Τον βαράω κι εγώ, ποδοσφαιρικά. Είναι σέντερ φορ, είμαι στόπερ. Όλα μου τα ματς είναι γεμάτα ένταση. Όλα ξεκίνησαν, όμως, από εκείνον τον πανηγυρισμό, το «Ναι!». Μετά ό,τι και να γινόταν δεν έβγαζες άκρη, έπρεπε να πηγαίνω στα ματς με τον Παναθηναϊκό και να στρίβω για να με περνάνε οι αντίπαλοι παίκτες. Το τρελό είναι ότι έπαιζα στη Λεωφόρο και με γιούχαρε ο κόσμος. Εγώ ήξερα ότι όλο αυτό είναι φτιαχτό, μία φούσκα. Δεν αντέδρασα γιατί ήξερα ότι δεν ίσχυε τίποτα από όσα είχαν γραφτεί. Εγώ το μόνο που μπορώ να αποδείξω είναι ότι σε όποια ομάδα και αν έχω πάει, παίζω στο 100%. Αν χτυπήσω κάποιον είναι άθελά μου, ποτέ δεν έχω χτυπήσει κάποιον σκόπιμα. Θυμάμαι ένα ματς στη Λεωφόρο που χάσαμε με πέναλτι στο 90’, επηρεάστηκα στα πρώτα 10’ πολύ. Είχε έρθει ο Σάμιος και μου είπε «δεν πειράζει αγόρι μου, μην στενοχωριέσαι». Με ήξερε από μωρό, ήξερε πως δεν έκανα τίποτα με πρόθεση».

    Ο Ολυμπιακός πότε ήρθε σε σένα;

    «Ήταν μία περίοδος που επρόκειτο να πάει στον Ολυμπιακό ο Ουζουνίδης και μου είχε πει ότι με ήθελε. Είχαν γίνει συζητήσεις με την ομάδα, δεν είχα υπογράψει. Τελικώς, λόγω αντιδράσεων από τον κόσμο, δεν προχώρησε του Ουζουνίδη κι εγώ έμεινα στον Πανιώνιο. Πέρασε η χρονιά και ακούστηκε ότι θα πάει στον Ολυμπιακό ο Μιλόγεβιτς, που και αυτόν τον είχα στον Πανιώνιο. Τότε υπέγραψα στον Ολυμπιακό και το καλοκαίρι πήγα, γνωρίζοντας, όμως, ότι πρόκειται για δύσκολη ομάδα που έπαιρνε πάντα τους καλύτερους παίκτες που υπήρχαν στην Ελλάδα. Όταν, όμως, σε καλεί ο Ολυμπιακός, δεν γίνεται να μην πας. Το βάζεις στο μυαλό σου. Κι εγώ έναν χρόνο, μπορεί να μην το είχα άγχος, αλλά ήθελα να πάω στον Ολυμπιακό. Πίστευα ότι θα παίξω. Όταν, όμως, το καλοκαίρι φύγαμε για προετοιμασία, αντί για τον Μιλόγεβιτς προπονητής ήταν ο Χάσι. Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο επίπεδο του Ολυμπιακού και σε αυτό του Πανιωνίου. Γι’ αυτό, είναι πολύ σημαντικό να έχεις έναν προπονητή που σε ξέρει. Ήξερα, πάντως, τότε ότι ο κόσμος του Παναθηναϊκού θα με διαλύσει!».

    Το σκέφτηκες αρκετά αυτό το ζήτημα πριν πάρεις την απόφασή σου;

    «Όχι, δεν το σκέφτηκα. Ήξερα μέσα μου ότι αν και δεν έχω προκαλέσει, θα με έχουν μία ζωή στην μπούκα».

    0 0 Ψήφοι
    Article Rating
    Subscribe
    Notify of
    guest
    0 Comments
    Inline Feedbacks
    Δείτε όλα τα ασχόλια