Σιγάλας: «Πέταξα μπουκάλι στην τηλεόραση στην τάπα του Βράνκοβιτς – Υπήρχε μπασκετική αντιπαλότητα μεταξύ Παναθηναϊκού και Ολυμπιακού»

Ο Γιώργος Σιγάλας έδωσε μια μακροσκελή συνέντευξη στο gazzetta και μεταξύ άλλων αναφέρθηκε στον Ντομινίκ Γουίλκινς, στον Ομπράντοβιτς, στην τάπα του Βράνκοβιτς και στην αντιπαλότητα των «αιωνίων» την εποχή που αγωνιζόταν.

Μερικά αποσπάσματα από τη συνέντευξη:

Για την άμυνα του πάνω στον Γκάλη:

«Θυμάμαι πολύ καλά δύο ματς που τον περιόρισα. Ένα στο Περιστέρι, στους τελικούς του 1993 και φυσικά εκείνο στον ημιτελικό του Final 4 στο Τελ Αβίβ (σ.σ.: 8π. με 4/9 διπ. σε 40′). Υπήρχαν βέβαια και πάρα πολλά παιχνίδια στα οποία με είχε διαλύσει!

Ο Νίκος ήταν νο1 κίνδυνος για κάθε άμυνα στο ευρωπαϊκό μπάσκετ! Επομένως, εγώ έπρεπε να αναλάβω αυτό το δύσκολο έργο. Ατομικά δεν ασχολήθηκα ποτέ, ακόμη κι αν μου έβαζε 5, 6 ή 8 πόντους, που ήταν τεράστιο κατόρθωμα. Ποτέ δεν καυχηθηκα ότι σταμάτησα τον Γκάλη, γιατί τον είχα πάρα πολύ ψηλά! Πάντα, όμως, καθόμουν κι έβλεπα το επόμενο παιχνίδι και πως ξεσπούσε στον επόμενο προσωπικό αντίπαλο, μετά από ένα κακό παιχνίδι. Στο Τελ Αβίβ, θυμάμαι ότι μετά τους 8 πόντους που σκόραρε στον ημιτελικό με τον Ολυμπιακό, έβαλε 30 στην Μπαρτσελόνα».

Για το πως αντιδρούσε ο Γκάλης μετά από μία κακή εμφάνιση του:

«Τίποτα, μηδέν! Μπορεί να γκρίνιαζε λίγο στους διαιτητές, αλλά σε μένα δεν είχε πει ποτέ τίποτε. Ποτέ όμως! Αυτό ήταν εντυπωσιακό κι έλεγε πολλά για τον χαρακτήρα και την περηφάνια του. Γιατί υπήρχαν παίκτες που “πουλούσαν” τσαμπουκά. Θυμάμαι ότι με τον Πρέλεβιτς σπάνια υπήρχε ματς που δεν τσακωνόμαστε σαν τα κοκόρια! Αλλά ο Μπάνε ήταν άλλος χαρακτήρας και ήθελε να προκαλέσει εκείνη την ώρα για να το κάνει προσωπικό! Ο Γκάλης δεν σε έβλεπε! Δεν έδινε σημασία σε κανέναν! Ήθελε απλά να κάνει την δουλειά του. Αν δεν του έβγαινε, δεν θα επέτρεπε στον εαυτό του να σε κάνει να αισθανθείς ότι αξίζεις! Ούτε δευτερόλεπτο, όμως…».

Για τον Ντομινίκ Γουίλκινς:

«Αυτό το έζησα και με τον Ντομινίκ! Τότε ήμουν στο prime μου και είχα αρκετές καλές στιγμές στο μαρκάρισμά του, αλλά ήταν τόσο μεγάλος παίκτης που ακόμη και στα 36 του, υπήρχαν φορές που απλά δεν μπορούσα να κάνω τίποτε! Εκεί αντιλαμβάνεσαι ότι ο τύπος έχει εξελίξει τόσο πολύ το ταλέντο του, που σηκώνεις τα χέρια ψηλά…».

Για την αντιπαλότητα μεταξύ των παικτών Παναθηναϊκού-Ολυμπιακού εκείνη την εποχή:

«Η κόντρα δεν τελείωνε όταν συναντιόμασταν στην Εθνική, αλλά πολύ πιο πριν. Με το που τελείωναν οι αγώνες. Αλλά εκείνη την εποχή, υπήρχαν πολλοί Έλληνες πρωταγωνιστές στις δύο καλύτερες ομάδες, με τους οποίους ήταν λογικό να συνδέονται περισσότερο οι φίλαθλοι. Δηλαδή, ο Αλβέρτης, ο Οικονόμου και ο Παταβούκας με τον Γκάλη και τον Γιαννάκη, ήταν πρώτα ονόματα και το ίδιο συνέβαινε με τους Έλληνες του Ολυμπιακού. Υπήρχε πράγματι μεγάλη αντιπαλότητα, αλλά ήταν μπασκετική. Θυμάμαι πολλά ματς με οπαδούς και των δύο ομάδων, που έπεφταν μεν βρισίδια, αλλά επεισόδια δεν γίνονταν ούτε με τέτοια συχνότητα, ούτε με τέτοια αγριότητα όπως βλέπουμε στην σημερινή εποχή. Ενώ μέσα στο παρκέ η αντιπαλότητα έχει περιοριστεί – κι αυτό είναι κάτι που δεν μου πολυαρέσει από την άποψη ότι στερεί το αλατοπίπερο που λέμε – η κόντρα έχει μεταφερθεί στην κερκίδα».

Για τους πανηγυρισμούς Αλβέρτη-Οικονόμου μετά την ήττα του Ολυμπιακού στον τελικό με την Μπανταλόνα:

«Μου είχε κάνει αρνητική εντύπωση, αλλά το προσπέρασα, γιατί κάθε χαρακτήρας είναι διαφορετικός. Και μετά από 2-3 μέρες, που καταλάγιασε και ο θόρυβος, νομίζω ότι άρχισε σιγά-σιγά να σβήνει…».

Για το αν αυτός και ο Φασούλας τους είπαν κάτι:

«Όχι ποτέ! Αλλά το θέμα δεν ήταν να τους το πούμε εμείς, αλλά να το αντιληφθούν μόνοι τους… Θυμάμαι ότι μετά από δύο χρόνια στον τελικό του Μπερσί με την Μπαρτσελόνα, όπου ο Παναθηναϊκός είχε την ευκαιρία να γίνει η πρώτη ελληνική ομάδα που κατακτά το τρόπαιο και όχι εμείς που είχαμε παίξει και δύο τελικούς, έδιωξα τους γονείς μου από το σπίτι και κάθισα να δω μόνος μου το ματς, όντας σίγουρος για το τελικό αποτέλεσμα. Όταν, όμως, η Μπάρτσα άρχισε να μαζεύει την διαφορά, αναθάρρησα. Μόλις είδα τον Μοντέρο να πηγαίνει στο lay-up και να τρώει την τάπα από τον Βράνκοβιτς, όπως είχα δίπλα μου ένα μπουκάλι νερό, το άρπαξα και το έριξα πάνω στην τηλεόραση, από αντίδραση μόνο και μόνο σε αυτό που συνέβη και το οποίο δεν το ήθελα… Παρ’ όλο που ήμουν προετοιμασμένος ότι θα νικούσε ο Παναθηναϊκός…

Είναι τελείως διαφορετικό να έχεις μία ανάλογη αντίδραση μέσα στο γήπεδο, μπροστά σε φιλάθλους, συμπαίκτες και αντιπαλους… Θα σου πω κάτι, όμως… Βλέποντας αυτή την ηρωική προσπάθεια που έκανε ο Στόϊκο, τον οποίο συμπαθούσα και θαύμαζα πολύ σαν παίκτη  και σαν άνθρωπο, όταν παίζαμε αντίπαλοι, δεν μπορείς παρά να του βγάλεις το καπέλο! Ο Παναθηναϊκός άξιζε και μπράβο που το πήρε, μόνο και μόνο για αυτόν τον τύπο!».

Για τον Ομπράντοβιτς:

«Μόνο θαυμασμό μου έβγαζε, ίσως γιατί δεν τον γνώρισα ως αντίπαλό στα ντέρμπι Ολυμπιακού-Παναθηναϊκού και ζήλια με την καλή έννοια, που δεν είχα κι εγώ έναν προπονητή σαν κι αυτόν. Γνωρίζοντας τον εαυτό μου, πιστεύω ότι θα βοηθούσε πολύ να φτάσω ψηλότερα. Τα παιδιά που τον είχαν, κέρδισαν πολλούς τίτλους και τίποτε δεν ήταν τυχαίο ποτέ».

Για το παιχνίδι στο ΟΑΚΑ με τη φανέλα του Μιλάνου:

«Ήμουν καλός στον επαναληπτικό του Μιλάνου, γιατί στο ΟΑΚΑ, που χάσαμε με 19 πόντους,  ήμουν ανύπαρκτος! Θυμάμαι ότι είχε 20.000 κόσμο που από το πρώτο έως το τελευταίο λεπτό με βρίζανε! Και μετά το ματς, είχαμε βγει μαζί ζωντανά στο δελτίο ειδήσεων του ΜΕGA και είχε κάνει σχόλιο ο Χατζηνικολάου “κ. Σιγάλα, ντρέπομαι που είμαι Έλληνας!”… Εκείνο το απόγευμα, έβρεχε καρεκλοπόδαρα και με ρωτούσαν οι Ιταλοί αν θα είχε κόσμο. Εγώ δεν πίστευα ότι το γήπεδο θα γέμιζε. Τελικά δεν έπεφτε καρφίτσα και κάθε λίγο και λιγάκι με κοίταζε ο Καζαλίνι γιατί άκουγε στα συνθήματα το όνομά μου».

Για το ντεμπούτο του Καλάθη με τη «γαλανόλευκη»:

Τον Καλάθη εγώ τον έφερα. Γιατί αν ρωτήσεις τους τότε παράγοντες της ομοσπονδίας, θα σου πουν άλλα! Εγώ έπεισα τον πατέρα του να δοκιμάσει πρώτα στην Νέων και να πάει την επόμενη χρονιά στην ανδρών. Του εξήγησα ότι πρώτα πρέπει να αποκτήσει εμπειρίες από το ευρωπαϊκό μπάσκετ, γιατί μέχρι τότε δεν είχε την παραμικρή επαφή και θεωρώ ότι εκείνο το τουρνουά τον βοήθησε πολύ στο να κάνει το πρώτο βήμα, πριν αποφασίσει να πάει στον Παναθηναϊκό. Κατά καιρούς, αν θέλουμε, θυμόμαστε τι μπορεί να μας έχει μεταδώσει ο εκάστοτε προπονητής μας. Εγώ ασχολήθηκα αρκετά με αυτά τα παιδιά. Δηλαδή χαίρομαι που μερικά από εκείνα τα παιδιά, έκαναν μία επαγγελματική καριέρα ή βρίσκονται ακόμη στον χώρο, όπως ο Γιαννόπουλος, ο Τσαϊρέλης και ο Μπόγρης, τον οποίο επέλεξα να κρατήσω τότε, αντί να συναινέσω στην έλευση του Κουφού. Εγώ ήσυχη την συνείδησή μου για την δουλειά εκείνου του καλοκαιριού και αν σκεφτείς το υλικό αλλά και ότι είχαμε μόλις 1,5 μήνα στην διάθεσή μας, θεωρώ ότι πήγαμε και αρκετά καλά».

Μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρη τη συνέντευξη εδώ